Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Το Πρότζεκτ(μέρος 2)



                                                                   

                                                           Το  γράμμα




Μπήκανε μέσα κατάκοποι και μουσκίδι μέχρι το κόκαλο. Ο τσοπάνης πέταξε το σακάκι του πάνω σε μία καρέκλα ατσούμπαλα, βγήκε έξω και κρέμασε την καρδάρα, με ότι γάλα είχε απομείνει μέσα, από ένα τσιγκέλι. Μπήκε μέσα ποδεμένος και έκατσε πλάι στη στόφα.
-Βραχήκατε ρε; τονε ρώτησε η Ελένη. Την ίδια στιγμή η Μαρία μπήκε στο μπάνιο να τρίψει τη βρώμα απ τα νύχια της. Και μετά από λίγο καληνύχτισε και πήγε να ξεκουραστεί σε αυτή τη μαύρη της κάμαρα. Ο γιος της, που ήτανε γύρο στα έξι, την ακολούθησε σχεδόν με ευλάβεια μέσα σαυτά τα αθλητικά του παπούτσια που αναβοσβήναν οι σόλες τους. Τσίτσιδος στο κορμί, με 'να κίτρινο σλιπάκι που είχε απάνω καρδούλες. Γέλασε ευχάριστα και βύζαξε το μεγάλο του δάχτυλο.


Ο τσοπάνης άναψε τσιγάρο και είπε στην Ελένη με σιγανό αλλά έντονο ύφος
-Φέρε κρασί. Εκείνη άκουσε το πρόσταγμα χωρίς καθόλου αντίδραση και καμία ντροπή. Έβγαλε από την μαύρη ποδιά της ένα φάκελο πράσινο, με δυο σφραγίδες που γράφαν στα ξένα, και τέσσερα πολύχρωμα γραμματόσημα. Το ακούμπισε σαν ευχή στο τραπέζι πλάι στο χέρι του που κάπνιζε σχεδόν πορτοκαλί, κι αυτός γύρισε σα να έγνεψε και κάρφωσε αυτά τα μάτια του πάνω σ' αυτό τον πράσινο φάκελο.

Το καντήλι έκαιγε και κάτι μύγες αργοπεθαίνανε πάνω στα τζάμια. Μπουμπούνιζε. Μια βουή κάλυβε τη νύχτα που έπεσε και ο δρόμος, με την άσχημη άσφαλτος έκρουε τις σταγόνες απάνω του. Καπνίζανε τα μπουριά και οι καμινάδες και όλος ο τόπος μύριζε αγριλιά και πεύκο και πέτρα.

Ο τσοπάνης άνοιξε το γράμμα με τα σκισμένα του χέρια, με τόση αγωνία στο μάτι του όση αυτή του αρνιού που συναντά το μαχαίρι Σαββάτο του Πάσχα. Κοίταξε, ένα πέλαγο έμοιαζε το γράμμα στα  μάτια του. Πήγε να συλλαβίσει να πει μα δε γνώριζε.
-Έλα Ελένη, κάτσε Ελένη. Κι έκατσε δίπλα η Ελένη του και ξεκινήσαν και οι δύο το διάβασμα στα κομπιαστά με της συλλαβές να κάνουν τη γλώσσα τους να πονά.



"Πατέρα. Στη ζωή τα πάω καλά. Πάω σκολείο, διαβάζω και έκδωσα μια κάρτα μηνιαίο εισιτήριο. Κορόνες πεντακόσεςεικοσιτέσσερις. Το παιδί είναι καλά και ο καιρός κρύωσε. Το ίδιο και η γυναίκα μου τα φιλιά της σου στέλνει.

Περπάτησα εχθές λίγο έτσι μέχρι το σταθμό. Τρία χρόνια τώρα τον ίδιο δρόμο, χωρίς σημασία. Πρώτα πλάι από κάτι σπίτια πανέμορφα, από πυρότουβλο και κεραμίδι. Με γκαράζ για ταμάξι, γραμματοκιβώτιο και μια αυλή να κάνει για τέσσερις. Καλοχτενισμένοι σκύλοι κοιτάζουνε πίσω απο τις φυλλωσιές και φέρνουν τούμπες στα γρασίδια σκεδόν κάθε φορά που περνώ.

Μετά, πλάι από το νεκροταφείο που κυκλώνει μια εκκλησία παράξενη(δε ξέρω τι θεό έχουν εδώ, σε τι αγίους πιστεύουν). Είναι ένα μνήμα εκεί. Παράξενο πολύ και λόγο δίπλα στις γκρίζες πέτρες δεν έχει. Είναι από τσίγκο και βαμμένα έχει με άσπρη μπογιά τρία ονόματα, εμένα μαρέσει. Στέκομαι για λίγο, και τα τρία αυτά χρόνια, κάθε φορά που περνώ, και συλλαβίζω στα σιγανά αυτά τα τρία ονόματα. Μετά το πρώτο φοβάμαι.


Είναι πατέρα θαμμένοι εκεί κάτι Ισπανοί ή Αργεντίνοι ή πράμα πιο δύσκολο να το σκεφτώ, αθρώποι απ τα βουνά της ξακουστής Βολιβίας. Μια από τις μέρες αυτές θα μπουκάρω μέσα και θα δω. Θα ανάψω και να κερί για του λόγου τους. Να ναι λες τα παιδιά τους μακριά; να περνά κανείς απ αυτό το τσίγκινο τάφο; Μετά συνεχίζω το δρόμο και μέχρι να φτάσω το σταθμό, μόνο αυτά τα τρία ονόματα σκέφτομαι. Τα συλλαβίζω να δω τι σημαίνει. Και κάτι φορές, να στο λόγο μου σου μιλώ, με πιάνει μια δύναμη απ το λαιμό, μια σκύλα, να χορέψω δυνατά να πηδήσω μέχρις τον ουρανό και ακόμη πιο πάνω φέρνοντας βόλτες και να σκορπίζω το χώμα τριγύρο μου.

Μετά μπαίνω στο τρένο και η σκέψις μου χάνεται λαχανιασμένη. Περνάμε ανάμεσα τα χωράφια με τις φράουλες και τους αρακάδες και μετά αναλαμβάνουμε τους μαθητές και τους εργάτες που πάν στις δουλειές τους.
 Δείχνω αυτή την κάρτα μηνιαίο εισιτήριο στον εισπράκτορα και μετά τηνε βάζω στη τσέπη.
Κοιτώ πάντα δύο φορές μήπως και πέσει, τη χάσω, και μετά κοιμάμαι μέχρι να φτάσω. Όσο προλάβω.




ΥΓ. Τώρα είναι σα να σε βλέπω να φυσάς τη στόφα απ τη σκόνη και μένα τζάτ να καψαλίζεις ψωμί. Έτσι μουσκεμένος από τη βροχή και καπνίζοντας αυτά τα φτηνά τα τσιγάρα σου. Πώς και τα αντέχεις ακόμα;


Γελάσανε και οι δυο ξανά και ξανά Και συμφωνήσανε πως να φυλάξουν το γράμμα να το έχουν και γιαυριο. Το βάλανε λοιπόν πάνω στο σερβάν, κάτω από αυτό το άσπρο πλεκτό να μη φαίνεται, που δε φτάνει ο μικρός και που είναι μέρος επίσημο και δε το ζυγώνει κανένας.

Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2013

Το Πρότζεκτ(μέρος πρώτο)

                                                                                    
                                                       


           



                                                        Το μαντρί




Χρυσίζουν η ελιές και τα πουρνάρια στο κάμπο, πηγενοφέρνει τις παπαρούνες ο αέρας και οι ραχούλες φυτρώνουν σα στήθια η σα μπράτσα απ τη γη. Κρα κρα ακούγεται μακριά ένα κοράκι. Κου κουου λίγο παραπέρα κελαδά μια κουρούνα, και πίσω, πίσω στις ραχούλες ακούγονται κάτι βελατά από πρόβατα σπαρτά. Από το δρόμο πέρνα ένα παλιό αγροτικό με σάπια καρότσα και δυο επιβάτες κατάκοπους και ιδρωμένους, να λαχταράνε λίγο φαγητό και ένα κρεβάτι να πέσουν Σηκώνουν χώμα τα αγόρια στο ποδόσφαιρο και τα κορίτσια δείχνουν τα φουστάνια τους και προσέχουν μη τσιμπηθούν στα αγκάθια που είναι σουγλερά.

Στο καταράχι, σε μια φωλιά από σφάλαχτρα κάθετε ο Φώτης, καπνίζει, φυσά τις μύτες του και ψεφτοκλαίει φαίνεται. Ξεφυσά και βήχει και αγναντεύει το κοπάδι που μοιάζει σα με βαμπάκια στη χλόη, ακούει λίγο τα τροκάνια και τον αέρα και κοιτά τον κάμπο βαθιά πέρα απ τη σκαλίτσα, πιο μακριά απ τη βόθουλα μέχρι που φτάνει το μάτι του στο ξακουστό όρος Ορθολίθι. Μπουμπουνίζει.

-Ενιακόσα μέτρα, μάλωνε εχτέ, η κορφή του από τη θάλασσα.
-Ο-χί, του έλεγε ο Μάκης ο τζίτζιλας με μανία, από χιλιόμετρο πάνω!
Και γαμωσταυρίζωνταν απανωτά.
-Να, να μη σώσω να βγω απ την πόρτα, φώναζε ο Φώτης και χτύπαγε στο μοσαικό του καφενείου το πόδι με αυτά τα άρβυλα που ταν μέσα στη λάσπη και το σκατό.
 -Εχει κριμένη και μια σπηλιά και είχε πάει παιδί ο Μπακάλης και είχε αφήσει μέσα ένα άλογο και ούτε ξάναρθε το Σταύρωμά του! Μου το λεγε: άκουγα το κύμα από κάτω Φώτη, την αρμύρα να έρχεται κι όλο φώναζα έλα έλα έλα, μα τίποτα το θεό του, μόνο χλιμίντραε κι έσερνε πέτρες το κατήφορο, Παύλο, Παυλάκι έλα έλα.
 Καταλαβαίνεις; Έφτανε η τρύπα στο νερό! Δε μποραε το ζώ να σταθεί στα πόδια.
-Ρε σάμπως όνειρα βλέπεις; ε; Χαϊβάνι είσαι καημένε;
-Πάμε, πάμε γαμώ τη Παναγία σου, πα να μετρήσουμε τώρα! ωρυόταν ο Φώτης.


Σηκώθηκε με κόπο, από αυτή τη φωλιά από σφαλαχτρο, τράβηξε μια τελευταία τζούρα από το τσιγάρο του και το στούμπιξε με τη μαγκούρα του στο χώμα, μια συνήθεια που την κουβαλάει μαζί του απ τα θερμά καλοκαίρια στον κάμπο, έτσι να μην αρπάξουν τα σπαρτά και τα πράματα. Ο αέρας του έριξε το σακάκι που είχε στις πλάτες του. Μαζώχτηκε και φώναξε δυνατά προς το κάμπο.
-Έπα, έπα, έπα!

Τροκάνια βαρούσαν πιο γρήγορα και πλημμυρίσαν σα χείμαρος τη ράχη. Τα βελατά πύκνωσαν και η μυρουδιά της κοπριάς σκέπασε το κρύο αέρα που πίσω του έσερνε τη βροχή. Πότισε η μυρωδιά τα λιθάρια και το κοκκινόχωμα. Σκέπασε το μονοπάτι που περνούσε μες τη νύχτα κιο το σκυλί το αδέσποτο, που του είχε ρίξει με αλάτι χοντρό στα πισινά ο  γιος του μπακάλη. Το ίδιο μονοπάτι που πάει η Μαριώ τις νύχτες πριν επιτεθεί στα κοτέτσια. Η Μαριώ με τη φουντωτή ουρά και τα σουγλερά δόντια, που όταν είναι χορτάτη ξαπλώνει τ' ανάσκελα και κοιτά τους σκορπιούς που πάνε και κρύβονται κάτω απ' τις πέτρες.

Ένα σμήνος πουλιά κράοντα περάσανε πάνω απ το λόφο και έπειτα πάνω απ το Φώτη. Τράβηξε τη συρματένια πόρτα να μπουν τα ζωντανά και φύσηξε τη μύτη του στον αέρα, η κακία του η συνήθεια αυτή ποτέ δε θα τον άφηνε. Άπνοια. Τα πρόβατα μπήκανε όλα, εξίντατέσσερα τον αριθμό, ένα πίσω απ τ' άλλο, μπουκλοτά, ξέξασπρα, βουκολικά, σα να πιάσανε το τελευταίο λιμάνι της ζωής τους. Τ´αρνιά βελάξανε για γάλα. Προυνια, προύνια, σιγοψιθύριζε ο Φώτης. Έλα έλα έλα μουρμούριζε η νύφη του. Μαυροντυμένη από τα εικοσιπέντε της, με ένα μωρό παραμάσχαλα, ορφανή και αυτή του λόγου της από πατέρα.

Σκούπισε λίγο τον υγρασία στο κούτελο με το τριχοτό χέρι της και ίσιωσε λίγο τα ψεφτομούστακα της αυθόρμητα. Κοκκινίσαν τα μάγουλα της σα ρόδια κι έσκυψε το κεφάλι.
-Αΐντε αΐντε Μαρία, βαντα από πάνω να ´ρμέξουμε νύχτωσε. Και τα βάραγε η Μαρία με μια βέργα, ανέκφραστη με ένα πρρρρ στα χείλια. Αμίλητη, άβουλη μόνο με να Τσαπρρρρ χαμηλότονο στο στόμα να της τυραννά την ανάσα.

Ο Φώτης κύλησε ένα λιθάρι τρεις φορές το κεφάλι του, φούσκωσε και ξεφούσκωσε για μια στηγμή μα ο χρόνος του δεν ήταν για χάσημο.Έκατσε στη μέση της πόρτας που χώριζε το μαντρί στα δυο και έβαλε εμπρός του την καρδάρα.
-Ελα Μαρία τι κανείς κοιμάσαι; Άντε μωρή μας πείρε η νύχτα! Και κουνήθηκε η Μαρία απότομα γλιστρώντας μες τη λάσπη και τη κοπριά. Φιλότιμο το όνομα της το μεσαίο. Έπεσε μέσα στη γλίστρα και τους βίκους.
Στηρίχτηκε στο υγρό χώμα και σηκώθηκε. Δεν έβγαλε άχνα, μόνο, έλεγε προύνια προύνια πρόγκαγε τα ζωντανά προς το στένεμα και πιπιλούσε λιγο αραποσίτι που είχε στις τσέπες της.
Οι προβατίνες μια μια περνάγανε από τα ατσούμπαλα χέρια του τσοπάνη, κι αυτός της άρμεγε τα μαστάρια τους και φανταζόταν στήθια γυναικεία, σφριγηλά, νεαρά. Κόρες που έβλεπε κάθε του αει Λια στο πανηγύρι στο Ορθολίθι. Καλοφτιαγμένες και χτενισμένες, πλυμένες με σαπούνι και κάτι φουστάνια κλαρωτά να φέρνουνε γύρους χορεύοντας. Δεν ήτανε κορίτσια αυτά, ήταν στοιχειά που τον τρέλαιναν.

Κάποιες απ της προβατίνες τρέχαν να φύγουνε, σα τη γυναίκα του όταν ήτανε νέα και την κυνηγούσε στα λαγκάδια να ερωτοτροπήσει.
Μμμρρρρ, μμμμμμ του έκανε και τον φασκέλωνε και με τα δυο της χέρια. Οχιά την είπε μια μέρα, γιατί χχχχχι του έκανε χχχχι σα το φίδι.

Καμιά δε πετύχαινε να γλιτώσει, ούτε τα ζώα ούτε η Ελένη. Τις τσάκωνε όλες από το πόδι το πίσω της τραβούσε άγρια και βλαστημώντας τις άρμεγε. Κάποιες άλλες πιο ζωηρές του βρομούσαν το γάλα. Μα αυτός ακλόνητος, άσπαστος!
-Το σταύρωμα σου ρουφιάνα, έλεε και γελούσε βαθιά μες το νεύρο του και με τη χούφτα του, σα κουτάλα που ήτανε, πετούσε έξω τη βρομιά και τη σπούρα.

Μια βροχή ξεκίνησε και κάθε σταγόνα ένιωθε στο κορμί σα Θάλασσα. Τόση είχε την κούραση πάνω του. Το άρμεγμα κρατούσε να πάρει τέλος. Και εκεί στα ξεβλάσταρα κάνει ένα τζάτ εκείνη η μπούτσκα και του χύνει μισή καρδάρα γάλα στο χώμα. Τις γράπωσε το πόδι αμέσως. Κοίταξε το γάλα να το ρουφά η λάσπη, να αλλάζει χρώμα να γίνετε αόριστο κι άχριστο. Δεν είπε τίποτα. Κοκκίνισε και ένιωσε το σατανά να ουρλιάζει ξόρκια μέσα του. Να άμα μου ζήταγε κανείς να πω τη ζώο θυμίζει αυτός ο τσοπάνης, που πριν από λίγο κάπνιζε και ψεφτόκλεγε καθισμένος πάνω στα σφάλαχτρα, αγναντεύοντας αυτόν τον κάμπο τον ατελείωτο, τον καιρό, και το μνήμα του γιου του στην απέναντι ράχη τότε θα απαντούσα ότι δε μοιάζει με κάποιο ζώο που ζει στην κοιλάδα η στο βουνό η κάποιο που ζει μακριά στις αφρικάνικες στέπες, μα με ένα θηρίο βγαλμένο απ την άβυσσο, ένα σμερδάκι που στοιχειώνει το βουνό πάνω απ το χωριό και βγαίνει σε άτακτο χρόνο να φα ότι βρεθεί έξω στο δρόμο του.

Ελέησον σατανά! Της λέει. Πόρνη! Πουτάνα! Βρυχάται από μέσα του της χτυπά μια στα τσιμεντολυθα να τηνε σκοτώσει. Τίποτα. Πόρνη! Ξανά βρυχάται και της δαγκώνει τη μύτη να τηνε φάει. Της σπρώχνει μια να φύγει, ητανε μάτταιο να προσπαθεί να τηνε φά με τα χέρια του γημνά. Εδώ θα μηλίσει μαχέρι.

                                                           














Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2013

Δείπνο στο ξενοδοχείο Elise 1.




Ήτανε αει φέρεις, σε διάφορα καμπαρέ και αλλά σκοτεινά χαμαιτυπεία στο  παρελθόν του. Δεν πάει και τόσος καιρός από τότε, μα πολλές από της παλιές συνήθειες και ενδιαφέροντα έχουν αλλάξει. Το ίδιο βεβαίως  και η απόσταση του ενός ανθρώπου απ τον άλλο.

Βρισκόμαστε σε ένα υπόγειο ξενοδοχείο μεγάλο να φιλοξενήσει, σε αυτό βέβαιος το ρημαγμένο εστιατόριο, περί τα 250 άτομα. Οι καλεσμένοι  είναι άνθρωποι. Μα μια κατηγορία που χρειάζεται επίβλεψη και προσοχή. Είναι σα να λέμε απ αυτούς τους ανθρώπους που άμα τους αμολήσεις λεύτερους θα φέρουν τη γης τούμπα.

Τίποτα κακό δε κάνουν αυτοί οι περίεργοι άνθρωποι, μόνο που η εμφάνιση τους και τα φερσίματα τους είναι απ το συνηθισμένο πολύ μακριά.
Στρίβοντας αριστερά από την κεντρική οδό της πόλης, σε να παράδρομο στενό και υγρό, βγαλμένο από άλλη εποχή, κάπου κοντά στα 1974 να μοιάζει το έξω του δρόμου, συναντά κανείς το υπόγειο ξενοδοχείο Elise. Απ έξω είναι σταθμευμένα λίγα αυτοκίνητα και η σκόνη, μαύρη, καλύβει τα πεζοδρόμια και τα καδρόνια που έχουν σφραγίσει τις πόρτες τον απέναντι καταστημάτων.

Ένα σκυλί περνάει κουτσό αφού κοίταξε δυο φορές μπρος και πίσω το δρόμο και μια γριά φτύνει απ τα μέσα της να ξαποστείλει τον νέο που περπατά προς τη δουλειά του αργός και νυσταγμένος.

Είναι παντού ο θεός. που σήμερα στέλνει βροχή, απαλή να κτυπά το τσίγκο και να κυλά πάνω σ´αυτά τα σκονισμένα καδρόνια που σφραγίζουν τις πόρτες των καταστημάτων. Υγρασία βαρά τον αει φέρει με όλη τη βία του νερού, μια μηχανή παλιά μόλις άναψε, βρομάει πετρέλαια και φεύγει βιαστικά.

Έτριψε έτσι τα μούτρα του και άναψε τσιγάρο. Τσαλάκωσε το πακέτο και το πέταξε αόριστα χωρίς να το σκεφτεί. Κύλησε λίγο αυτό και κιο το σκυλί έκανε έτσι και μύρισε.
Βάρεσε τη πόρτα του Elise με τη γροθιά του δυο φορές και περίμενε στο ψιλόβροχο και την υγρασία. Ποιος να 'νοιξει; σκέφτηκε. Η Ρίτσα; η Στέλλα, ο Νίκος; Σιγά που θα χ' έρθει από τώρα ο Νίκος.

Τρόμαξε από έναν άξαφνο ήχο στο βάθος του δρόμου. Μια φωνή βαθιά απ τα φαράγγια ακούστηκε να ξεψυχά μες τις ψιχάλες.
-Ελειειειειει, βρε σα-τα-να! φώναξε ο Νίκος που ερχότανε μες την ενέργεια.
-Ελειειειειει, βρε κατσαπλιά! βρεει, βρεει που σαι συ; ρώτησε με τα γέλια μέχρι τα αυτιά ο αει φέρεις.
-Τι έγινε ρε; είπε ο Νίκος και έκανε πάσα μια μισοκαμένη τζιβάνα. Πάρε ψιλή, έχω κι άλλο για το φόρτο αργά, είπε και τα μάτια του κολλήσανε κάπου ανάμεσα στα μάγουλα του αει φέρει και μύτη του που έτρεχε.
-Αααα, γεια στα χέρια στου μάστορα, είπε και κατάπιε το καπνό σαν άλλο ερπετό της άγριας ζούγκλας.
-Βάρεσες τη μπόρτα ρεει; είπε και χτύπησε με τη γροθιά του άλλες δυο φορές.
-Αμε, βάρεσα πως δε βάρεσα. και γέλασε με όλη του την καρδιά.
-Α, καμένε μου, είπε ο Νίκος και γελάσαν και οι δυο μέσα σαυτό το στενό, κάτω από τη ψιχάλα και την υγρασία.

Ένα βρέφος ακούστηκε να ξυπνά και μια μάνα, ζεστή και χτενισμένη, ξενύχτισα ξέντυσε το κορμί της και άφησε όλο τον κόσμο να της χαϊδέψει το δέρμα.

Η Πόρτα του Elise  άνοιξε με ένα σπασμό και να τρίξιμο. Καλημέρα είπαν και οι δυο με ένα στόμα και ένα χαμόγελο ισχνό να τους καλύπτει τη νύστα.

Η Ρίτσα δε μίλησε μόνο στάθηκε εκεί σα το άγαλμα να τους κοιτά σοβαρή κρατώντας το πόμολο αυτής της κόκκινης πόρτας. Γύρισε τη πλάτη και κατέβηκε τις σκάλες. Ο Νίκος και ο αεί φέρεις ακολούθησαν με το κεφάλι σκυφτό και τη ζέστη να τους βαράει τα πρόσωπα.