Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

Ο μικρός και ο κορκόδειλος.




Δεν ξέρω τι διάολο με έπιασε και δε μπορώ να καταλάβω τι συμβαίνει. Δεν έχω αυτιά νακούσω και τα μάτια μου χάσαν το βλέπω τους. Δε θυμάμαι πολλά απ το πριν, μόνο, μόνο πως τραγουδά ο κορκόδειλος θυμάμαι καθαρά. Οδηγούσα λέει. Δε ξέρω άμα ήτανε όνειρο η κάποιο αστείο, είμαι σίγουρος πάντα ότι έμοιαζε κάπως, η κάτι λίγο πιο κοντά σε ζωή Οδήγαγα  με το γιο μου πλάι να κάθετε σε να καρεκλάκι αμαξιού. Ταξιδεύαμε λέει μέσα στα βόρεια δάση, στα καταπράσινα, με αυτό του λουλακί αυτοκίνητο.  Βότσαλα τεράστια  ήταν κριμένα μες τα δέντρα και κάτι  μικρούλες ακρίδες πηδάγανε πλάι μας σα να μας ακολουθούν.
 
Νομίζω, ότι μέσα από τους ήχους της πιπίλας που βύζαινε, μοιάζαν τα μάτια του να ακολουθούν  τα τοπία που φεύγανε γρήγορα γύρο μας και αυτές τις αστείες ακρίδες να πηδάνε ξοπίσω μας.

Γύρισε και μου χαμογέλασε και αμέσως χωρίς να περιμένει κάπγοιο αντίκρισμα κοίταξε έξω. Δεν είχαμε, ούτε εγώ ούτε αυτός, κάψα για πάρλα. Εγώ ποτέ μου δεν είχα. Αυτός ελπίζω να έχει όταν θα γίνει μεγάλος. Άνοιξα το ράδιο και έβαλα ειδήσεις. Η ώρα πλησίαζε δώδεκα. 

Η παραγωγός εκφώνησε τις ειδήσεις της μέρας. Κάπου άκουσα τις λέξεις Ελλάδα, λεφτά και μια φράση περιληπτική της άσχημης κατάστασης κάτω. Μέσφιξε η καρδιά μου και τα χείλια μου. Παραλίγο δε να ξεχάσω το δάσος αυτά τα τεράστια βότσαλα και τις χαριτωμένες ακρίδες. Και μέβαλε για λίγο το κεφάλι μου να φωνάζω και γω πλάι στους δασκάλους, τους επιστάτες και τους μαθητές. Έφυγες είπα. 


Αφήσαμε το αμάξι σε μια καβάτζα παράλληλα με ένα επαρχιακό δρόμο και πήγαμε λίγο περπάτημα μέχρι τη λίμνη. Πίσω μας είδαμε τις ακρίδες να τρέχουν το δρόμο τους και να μας χαιρετούν χοροπηδηχτά. Ο μικρός πήγε να πει και του τράβηξα την βυζανιάρα απ το στόμα. Την έβαλα στην τσέπη. Θάλασσα είπε. Και με χαστουκίσανε όλα τα κύματα του αργολικού κόλπου μαζί. Μου κάψε η άμμος τα πόδια μου και το ρίγος με πήρε συθέμελα. Θες να πάμε στη θάλασσα ρώτησα. Κι αυτός κούνησε το κεφάλι καταφατικά. Θα πάμε είπα και συμφωνήσαμε και γω και αυτός με μια σιωπή.

Περπατήσαμε για λίγο δίπλα από τη λίμνη που ναι στο δάσος και μετά συμφωνήσαμε να πάμε πίσω στο αμάξι. Κουραστήκαμε και οι δυο μας από το ποδαρόδρομο και μου ζήτησε να τονε πάρω στην πλάτη. 

Στο δρόμο πίσω όλα μοιάζανε αλλιώτικα. Τα τεράστια βότσαλα χάθηκαν και στη θέση τους ήταν αγριόχορτα και καλοβαμένες άσπρες γραμμές του επαρχιακού δρόμου. Το ράδιο έπαιζε ένα γλυκοτράγουδο του James Blunt και αυτό το ατελείωτο βόρειο δάσος, τώρα ήμουν σίγουρος, θα τελείωνε σύντομα.

Ο μικρός με κοίταξε και ξεφώνισε την ιδιότητα μου δυο τρις φορές μέχρι να με προσγειώσει στο κόσμο. Κορκόδειλος μπαμπά είπε. Που ναι ο κορκόδειλος Σταύρο; Και μου δειξε το ραδιόφωνο και αυτόν το τραγουδιστή που μόλις είχε χάσει την ανθρώπινη του υπόσταση και είχε γίνει ένας πράσινος αιμοβόρος κορκόδειλος, που δε του αρέσουν τα χάδια.

 

Σάββατο, 7 Σεπτεμβρίου 2013

Η Πόλη της Φωτιάς(μέρος πρώτο)






Εκεί, στη μέση της πέτρινης έρημος απλώνετε η μητρόπολης, η άλλοτε υπερδύναμη ανάμεσα στης τέσσερις πόλης, τώρα ένας νεκρός μύθος, ένα άδειο γιγάντιο κουφάρι από τσιμέντο και σίδερο.
Εκεί που στο παρελθόν υψώνονταν δέντρα, ανάμεσα στα πανύψηλα κτίρια (σαν κι αυτά που ξύνουν τη κοιλιά του ουρανού) υπόγειες συγκοινωνίες, κίνηση αυτοκινήτων, λωρίδες για τα δημόσια λεωφορεία, ποδήλατα, πολυπολιτισμικά εστιατόρια και μεσιτικά γραφεία. Μουσικά στέκια, θέατρα, γήπεδα και σχολεία ξεπετάγονταν μέσα απ τα δέντρα και το πράσινο και τα νερά και τις λίμνες που ητο σπαρμένες μες την Πόλη της Φωτιάς.
Κι ο ουρανός, αυτός ο ουρανός απλωνόταν κι αυτός σαν μια γέφυρα για το αλλού και χαιρότανε με την ακμή της.

Φασαρία έκανε ο κόσμος της. Φωνές και γρήγορος ρυθμός στο περπάτημα έξω από καταστήματα ρούχων, μικρών καφέ και κέντρων αλληλεγγύης.

Μα αυτά ανήκουν στο πριν. Τα κτίρια της πόλης ξεφυτρώνουν τώρα μέσα από μια ομίχλη κάτασπρη, και τα δέντρα που στέκουν στο πλάι τους σαν καμένα σπίρτα είναι κατάμαυρα. Τα αγριόχορτα κάλυψαν τους δρόμους της και τα αμάξια εδώ και εκεί μοιάζουν έτοιμα να μπουν και πάλι σε κίνηση. Μα αυτό είναι μόνο μια ψευδαίσθηση που φτιάχνει η θέση τους. Αφημένα σα να ήταν ξαφνικά από τους οδηγούς τους, σα να έτρεξαν να ξεφύγουν από το μεγάλο κίνδυνο που έσφιγγε γύρω τους. Καταστήματα με ρημαγμένα καθίσματα και σπασμένες τζαμόπορτες, διαμερίσματα ακατάστατα με οτι αστικό χρειάζεται πεταγμένο αδιάκριτα χάμω και της δημόσιες υπηρεσίες σφραγισμένες με μολιβδοσφραγίδα και ξεθωριασμένη τη δικαστική εντολή.

Τώρα έχει επιβληθεί η σιωπή. Δε σαλεύει  πράμα, ούτε κάποιος βιάζεται να πάει στη δουλειά του. Δεν έχει έγνοια ο καφετζής μη και χυθεί ο καφές του, και ο πωλητής ασφαληστιρίων ζωής να ανακαλύψει καινούριες στρατηγικές πώλησης.


Βρέχει στην Πόλη της Φωτιάς. Αργά και σταθερά πέφτουν οι ψιχάλες η μια πίσω απ την άλλη, η μία πάνω στην άλλη. Μουσκεύουν τις στάχτες και μια παιδική ζωγραφιά που είναι σκόρπια έξω από τον παιδικό σταθμό της οδού 46. (Πρέπει εδώ να σας πω ότι οι δρόμοι στην πόλη της Φωτιάς ονομάζονταν με αριθμούς. Για παράδειγμα ο παιδικός σταθμός που εξυπηρετούσε τη περιοχή Άλσος στεγαζόταν στην οδό 46 αριθμός 4).
Είναι ζωγραφισμένη από την Χλόη. Κόρη της Ζωής και του Νίκου που έζησαν σε ένα άνετο διαμέρισμα κάπου στο άλσος(περιοχή αρκετά μακριά από το κέντρο της πόλης, εκεί κατοικούσαν πολλές οικογένειες και λίγοι συνταξιούχοι). Η Χλόη είχε γυρίσει εκείνη τη μέρα χαρούμενη από το σταθμό χοροπηδώντας και κουνώντας τη ζωγραφιά να την δείξει στη μαμά που περίμενε στο σπίτι μαγειρεύοντας. Ο Νίκος και η Ζωή την βοήθησαν να βγάλει τα παπούτσια της και τη ζακέτα της. Να πλύνει τα χέρια της και να καθίσει σε αυτό το κάτασπρο καρεκλάκι δίπλα από το τραπέζι της κουζίνας. Το δίχως άλλο η Χλόη ξεκίνησε να εξηγεί τη ζωγραφιά της καθ όσο οι γονείς της χαμογελαστοί έστρωναν το τραπέζι για φαΐ.
Έδειξε το μπαμπά, τη μαμά και μια στρουθοκάμηλος που στεκόταν λίγο πιο δίπλα τους.
Και απόρησαν και οι δυο γονείς με αυτό το μεγάλο μπαλόνι που αιωρούνταν στο βάθος πιο πίσω τους.
Μα η Χλόη δεν άφησε καμία ερώτηση αναπάντητη. Τους τα εξήγησε όλα αυτονόητα.

Και γεμάτη χαρά τρεχογύριζε από την κουζίνα μέχρι το καθιστικό, μέχρι που οι γονείς ένιωσαν την έγνοια και τον κίνδυνο να τους σμπρώχνει κατάμουτρα. Μα τίποτα δε συνετούσε τη Χλόη απ τη μέθη της. Τίποτα δε σταμάτησε αυτή τη ροπή της να κατοικεί μόνιμα σ' αυτό το μεγάλο μπαλόνι μαζί με αυτή την άσχημη στρουθοκάμηλος και τους δύο γονείς της.

Βρέχει στην πόλη της Φωτιάς. Η βροχή μουσκεύει τώρα αυτήν την παιδική ζωγραφιά και κάνει τα χρώματά της όλο ένα να σβήουν μαζι με το νερό ανάμεσα στης χαραμάδες του δρόμου και να στάζει σταθερά, το χρώμα τους το άλλοτε ζωηρό, στις αποχετεύσεις της πόλης.

Δύο κορμιά, μια γυναίκα και ένας άντρας, είναι ξαπλωμένα στο κέντρο της πόλης της Φωτιάς. Κοιτούν ο ένας τον άλλο. Τα πρόσωπά τους είναι κοντά και τα κορμιά τους δείχνουν να αναπνέουν. Η γυναίκα παρατηρεί το νερό που κυλά στο πρόσωπο του άντρα. Οι σταγόνες πέφτουν ασταμάτητα και φτιάχνουν μικρές εκρήξεις στα μαγουλά του και στους κροτάφους του. Όσο για τη μεριά που είναι πατικωμένη στο δρόμο, λασπωμένη είναι και βρόμικη. Γύρο τους τα κτίρια παρατηρούν επιβλητικά και με δέος.

Η γυναίκα σηκώνετε και περπατά αργά. Σαν να έκανε τη βόλτα της σε αυτή την Πόλη, στην ακμή της, σαν κάποιος επισκέπτης σε καλοκαιρινές διακοπές η κάποιος που είχε μόλις βρει μια δουλειά και μετακομίσει εκεί.
Προχώρησε την οδό 4 πέρα μέχρι τη διασταύρωση με την οδό 13. Πάνω στο κορμί της η βροχή έδειξε να σταματά. Ο άντρας γύρισε ανάσκελα στο δρόμο και έβηξε έτσι άρρωστα. Σα να ήθελε να βγάλει από μέσα του ένα κακό δαίμονα.
Κοίταξε τον ουρανό που σκοτείνιαζε και τη βροχή που λάβαινε τέλος μέσα από τους ουρανοξύστες της πόλης. Πάτησε στα πόδια του και κοίταξε τη γυναίκα να χάνετε πίσω από τη γωνία του τετραγώνου. Ξεκίνησε και αυτός αργά να ακολουθεί τα χνάρια της που φαίνονταν ξεκάθαρα στα λασπωμένα μέρη του δρόμου.









Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

Οι Δυο




Περπατάγαν κι δυό ανάμεσα στα φουντωμένα αγριόχορτα και τα καλάμια. Γύρο βούιζε ο τόπος ολος. Έτσουζε η τσουκνίδα όπου ακούμπαγε και τα όρνια γυροφέρνανε πάνω από την καυτή έρημος. Η ζέστη βαρούσε κατάλευκα τη Σοφία, και οι δύο το δρόμο τους.

Στάθηκε ο πρώτος και κοίταξε τα έντομα. Σταμάτησαν όλα. Ήρθε η άπνοια να τα παύση όλα εκτός απ τον ήλιο. Ο δεύτερος δε σάλεψε, είχε παγώσει το αίμα του. Κάποιες απ της μέλισσες στάθηκαν στο μάγουλο του και άλλες στα χέρια του. Άλλες πετούσαν αόριστα γύρο τους. Και σπάνια λίγες, που ήταν από της άλλες περισσότερο αδιάφορες, γλείφαν το νέκταρ που κυλούσε άφθονο μες τα μπουμπούκια.

Κράταγε γερά και κόλλαγε το πιγούνι με τα μούσια του ανάμεσα στα σίδερα. Μες τα τσιμέντα, κλεισμένος στενά. Έμαθε να κοιτά έξω μόνο από της γωνίες που του έδειχνε το παράθυρο του κελιού του. Έπαψε να μιλά στους περαστικούς, να ακού την καμπάνα και να μυρίζει το ψωμί. Νόμιζε έγινε μέλισσα που πέταγε 'δω και 'κει να μαζέψει το νέκταρ. Όλες της μέρες του χρόνου. Ποιος λόγος να τον έφερε εκεί;

Ντόρος πολύς για αυτήν την κατάσταση. Κουβέντα που άναψε για μερικές εβδομάδες από την πιο μικρή αυλή και μποστάνι μέχρι και την λειτουργία της Κυριακής. Το όνομα του παντού και η ιδιότητά του το ίδιο. Πήραν απόφαση και τον ρώτησαν, ήταν περίεργοι να δουν το κάτι δεν πάει καλά του.

Ορίζοντες είπε αυτός. Μήκη και πλάτη, ουρανοί και στεριές μαζί με τον αέρα και το φως. Ημέρα και νύχτα ασταμάτητα. Τους κοίταξε και ήτανε σα να σταμάτησε αυτή τη ροπή προς το μέρος του, αυτό το ξαφνικό προς τα εμπρός τους. Κοίταξαν έξω απ αυτό το τέλειο άνοιγμα του κελιού του.


Ο δεύτερος σα το θεργιό τράβηξε τον πρώτο απ τον ώμο Τα έντομα συνέχισαν τη βοή τους, αυτό το πήγεν έλα το αιώνιο. Τον κοίταξε μέσα στα μάτια σα να κοιτούσε πίσω στα χρόνια. Τράβηξε απ την ζωστήρα του ένα σουγλερό σουγιά και τον έμπηξε βαθιά μες την καρδιά του.


Δυο μέλισσες πλησίασαν βιαστικά προς το μέρος του και ο πρώτος σωριάστηκε στο χώμα. Τον χαιρέτησαν με νόημα και σκέρτσο, και η μια, πιο θαρραλέα, του ψιθύρισε στο αυτί για το μυστικό ποτάμι που περνά κάτω απ το χωριό. Αυτός δεν άκουγε τίποτ' άλλο από ένα ζουζούνισμα μέσα στ' αυτί του, μα ύστερα ξεχώρισε τα λόγια αυτής της κόρης του ήλιου και της Ανθής.

Έριξε με κόπο τον πρώτο στη ράχη του( στο δρόμο για το ποτάμι, ο πρώτος, στράγγιξε απ όλα τα υγρά)και ακολούθησε πίσω από αυτές της δυο μέλισσες που δείχναν το δρόμο μέσα από τα φουντωμένα αγριόχορτα. Φτάσαν, με το περίμενε του να κινείτε σε κάποια άλλη στιγμή, κοντά σε αυτό το ποτάμι που έτρεχε παχύ και ακατέργαστο μέλι. Του 'καναν νόημα να ρίξει το τάχιστο το κουφάρι που κουβαλούσε επάνω στη ράχη του.

Βούλιαζε αργά μες το μέλι που του σφράγιζε κάθε επιθυμία γι' αέρα. Μέχρι που έφτασε στον πυρήνα του ποταμού, εκεί που το ρέμα κυλάει ασταμάτητο. Εκεί που οι στρόβιλοι ασκούν δυνάμεις ανώτερες.
Τονε πείρε για μίλια. Τo ταξίδι του μέσα από νερά, χειμάρρους και ρυάκια, δέλτα ποταμών και άριστες αποχετεύσεις μεγαλουπόλεων . Ώσπου μια μέρα ξύπνησε μες σε αυτό το στενό κελί του. Έπλυνε το πρόσωπο του, ξυρίστηκε και φόρεσε αυτή την καρφίτσα στο πέτο του. Μια κιτρινιάρα σταγόνα ξερή απ το χρόνο με αμέτρητες φυσαλίδες αέρα.  Έτσι με τη στολή αυτή παρουσιάστηκαν στην εκκλησία, οι δυο, αυτό το πρωί Κυριακής.