Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

Κατάλυσης ΙΙ







Κοίταξα έξω την πόλη του Πού. Όλα ήτανε φωτισμένα από κεριά και οι αθρώποι κοιτούσαν κατάνυχτοι. Κοιτούσα κι εγώ για λίγο ακίνητος, χωρίς ανάσα σα ψάρι, με τα μάτια πεντάνοιχτα. Άκουσα ένα γέρο να μου δίνει ευχή(την ευχή μου, την ευχή μου παιδί μου) και μετά μέσα απ την πόλη, σαν αμφιθέατρο που τανε, ακούστηκε: Εεεεεεεεεί, Βρεεεεεεει, βρε σταματάτε τον βρεεεεεει! Και ένα ποδοβολητό ενός παιδιού πολύ αλλιώτικου ακούστηκε. Ητω ο αμπλαούμπλας ο ατσούμπαλος το φυλαχτό μου ο Μήτσος. Έσπρωξε τον κόσμο από μπρος του, δεν υπολόγιζε τίποτα ο άθρωπος, και παραλίγο να χτυπήσει άθελά του μια εγκυμονούσα γυναίκα και όλο φώναζε βρέεεεεεεεει σταματάτε τον βρεεεεει, ώσπου έφτασε εμπρός στην κατάλυση, έκανε δυο σάλτα δυνατά και με έσφιξε σε μια αγκαλιά ατελείωτη. Το όνομά μου ψιθύρισε και έπειτα μου είπε να θυμηθώ πως με λένε, να θυμηθώ από που έρχομαι. Να θυμηθείς πως σε λένε, να θυμηθείς από που έρχεσαι. Έτσι μου είπε και μετά χαμογέλασε. Τόνε πήρανε λίγο τα ζουμιά, το ίδιο και μένα.

Και ύστερα έφυγε. Που πήγε αυτός έφυγε; αυτός είναι το φυλαχτό μου απ τα χρόνια τα νήπια είπα, κι όμως αυτός ήταν που έφυγε. Τελικά έτσι κατάλαβα κι ας ήθελα να λέω ταντίθετα. Τους ξανακοίταξα όλους όσο τράβαγαν οι μούτσοι τα σκοινιά και τη ράμπα της κατάλυσης, κι όλοι ήτω σιωπηλοί και κατάνιχτοι και το φυλαχτό μου, ο Μήτσος μου, όλο φιλιά μου έστελνε και με χαιρέταγε, αντίο. Και μοιάζανε όλο σιγότερα οι αθρώποι να φθείρουν, σα να φυσά κανείς μια χούφτα με ώχρα.
Το λιμάνι έφευγε προς τον ορίζοντα, η πόλη του Που χανόταν από τα μάτια εμπρός. Ημουν εγώ εκείνος που έφευγε.

Τότε, ένας του καταστρώματος, άσπρος κάτασπρος, ξέξασπρος, μου είπε τράβα κάτω, να πας κάτω παιδί μου. Κάτω; που κάτω αποκρίθηκα και χαμογελούσα έτσι λίγο χαζά. Κι ας έλεγα από μέσα μου:σε μένα μιλά τούτος εδώ έτσι; Τότε με τράβηξε απότομα,αυτός ο ξεξασπρος άνθρωπος, και με μια σπρωξιά άγρια στο αμπάρι του πλοίου με έριξε. Και ήτανε, ήτανε, αχ και πως ήτανε. Μα να χε γυρίσει ο κόσμος να με φα, τόσο πολύ δε θα μένοιαζε, αλλά θα ήτανε βλέπεις η στιγμή που με πόνεσε.

Σήκωσα τα μούτρα μου απ το υγρό πάτωμα του αμπαριού και με το ένα χέρι σκουπίστηκα, είδα γύρο-κύριε- αιώρες, βαρέλια και ιστούς από αράχνες που ακούν μόνο το χτίζει τους, και από μια μεργιά πέφτει ένα φως, αχ Θεέ μου ένα φως άηχο.
Θυμήθηκα τον πατέρα μου και πώς με είχε κοιτάξει πριν φύγω απ το σπίτι, που το κορμί του, να που λύγισε, και τα μάτια του γουρλώσανε και ήταν έτοιμος, αν είναι ποτέ δυνατό, να βάνει τα κλάματα. Ανταυτού έβηξε και μετά χαμογέλασε. Να προσέχεις είπε. Και τότε σα να με πήρε μια πινελιά κατακόκκινη και ήταν σα να ξεχάστηκα.

Είδα πιο πέρα ένα τραπέζι που το βαρούσε αυτή η αλύγιστη η αχτίνα από φως. Πήγα και έκατσα και είπα στον εαυτό μου ότι στη ζωή μου θα μάθω τους κακούς να είναι καλοί και αν δεν πετύχω μάτι, δεν κλείνω. Αμέσως το ξέχασα. Έβγαλα από την τσέπη μια καραμέλα και μάσησα. Την τακτική αυτή μου την έμαθε η Στέλλα μια δυο μέρες πριν φύγω. Μου είπε: Και που είσαι, αμα σου πέσουν τα δύσκολα να φας κάτι γλυκό. Να χάρη λόγου δηλαδής μιά καραμέλα! Και μετά γέλασε. Και εγώ αμέσως το έκανα και τα στήθια της σκέφτηκα. Έκατσα εκεί στο αμπάρι, ήτανε κι άλλοι που τα πρόσωπά τους δεν έβλεπα ούτε τα λόγια τους άκουγα, κι ήταν σα να είμαι μονάχος και πράγματι μόνος μου ήμουνα.

Τι θυμήθηκα πάλι; μουρμούρισε ο ξένος χαμογελαστός και σηκώθηκε από την παρέα του Μήτσου και του Νικολάκη του Κοραή να φέρει κι άλλο πιοτό κι άλλο νερό. Ο Μήτσος έκανε λίγο πως σηκώθηκε και του φώναξε είσαι μαλάκας ξένεεε μαλάκας, ακούς; σαγαπάω! Και μετά του έστειλε ένα φιλί πεταχτό. Σήκωσε το ποτήρι στον αέρα να το ευλογήσει ο θεός και το κατέβασε με μία γουλιά. Ούτε που ήξερε τι είχε πγει κείνο το βράδι. Καθός έμπαινε ο ξένος στο καφενείο με την άκρη του ματιού του δεξιά ειδε τη Στέλλα, την κόλαση επι της γής, να ανεβαίνει αργά την οδό ιλησίων καπνίζοντας. Γυρισε το κεφάλι του και κοιτάχτηκαν στα μάτια για μια στιγμή. Σκέφτηκε τότε, δυό τα ποτήρια ένα του νικολάκι ένα για κείνη. Μπήκε και έβγαλε από πάνω του την ποδιά, την πέταξε στον πάγκο και αναρωτήθηκε τι να έγινε εκείνο το παιδί που ήτανε τόσο πιγκομένο στο αμπάρι της κατάλυσης, πόσος καιρός πέρασε είπε. Αμέσως κοιτάχθηκε σε ένα καθρέφτη παλιό που ήταν αγορασμένος σε ένα παζάρι με φθηνά είδη. Τίποτα δεν είχε αλλάξει.
Έβηξε τα μέσα του και πήρε δυό ποτήρια, ένα μπουκάλι νερό παγωμένο και μια μποτίλια με ούζο. Βγήκε, η Στέλλα είχε χαιρετήσει και κάτσει στη θέση του, τράβηξε μια καρέκλα κοντά της. Δεν την κοίταξε, Εστέλλα της είπε, παιδί μου του απάντησε συρτά με ένα ελαφρύ χαμόγελο και του είπε λίγο έντονα: Άντε ντε θα βάλεις να πγιούμε; τότε και αυτός έστρωσε τα ποτήρια στο τραπεζάκι σα να ήταν ο καλύτερος κρουπιέρης καζίνου και σέρβιρε. Μύρισε λίγο μετά απο κοντά τον όμο της. Όλα ήταν καλά μύριζε θάλασσα. Εντάξει την πήρες τι δόση σου; ρώτησε ο Μήτσος
Αχ τι καλός που είσαι βρε, είπε η Στέλλα και τονε ονόμασε, τι ωραία το κάνεις.
Είδες ε; της απάντησε ο ξένος και γελάσανε λίγο όλοι ελαφρά. Νομίζω όλοι θέλανε να συμπληρώσουν κάτι, έτσι για να ξεκαρδιστεί η παρέα στα γέλια( όπως κάνουν οι παρέες οι ελαφρός μεθυσμένες τα καλοκαίρια στην πόλη του Που) μα κανείς τους δεν τόλμησε. Και γιατί να χαλάει κανείς το ανάλαφρο; είπε ο ξένος φωναχτά, και αμέσως κατάλαβε οτι κανείς δεν ακολουθεί τον ειρμό του και γέλασε μόνος του. Τον κοιτούσαν όλοι με απορία.
Ο Μήτσος είπε μην ανησυχείτε παιδιά αυτός είναι ο φίλος μου, συνεννογηέτε απο μόνος του.
Η Στέλλα τεντώθηκε λίγο και ρώτησε για τι μιλούσαν προτού έρθει. Ο Νικολάκης της είπε, εδώ ο ξένος μας λέει ιστορίες για το ναυάγιο. Δεν έχασε χρόνο λοιπόν, ο ξένος, κι αφού πρώτα ήπιε δυο γουλιές νερό και άναψε ένα τσιγάρο και βέβαια βέβαια έκανε και μια απαραίτητη παύση είπε ότι τώρα είναι η ώρα να τους πει για την πιο περίεργη ιστορία που είχε ζήσε ποτέ του.

Καθόμουν σαυτό το ξύλινο τραπέζι στο βάθος της κατάλυσης, κτυπούσα τα δάκτυλά μου ελαφριά στο ξύλο σα να προσπαθούσα να πιάσω ένα ρυθμό από ένα τραγούδι γνωστό μου που τονομά του αγνοούσα. Το φως όλο έπεφτε αλύγιστο και όλα αυτά που πριν ούτε που τάβλεπα, οι ήχοι και τα πρόσωπα, ξάφνου πήραν σάρκα και οστό και ένα ταμπούρλο μόλις ξεκίνησε. Νταπανταπα, ντουπαντουπα, νταπ ντουπ, ταπανταπαντουπ. Μιά μουσική, ένας ρυθμός φτιαγμένος για τους κωπηλατοφόρους της αρχαίας τριήρεις.
Στο πλάι μου έκατσε ένας τύπος χοντρός με γυαλιά βρώμικα και φαλάκρα. Και η σάρκα του έμοιαζε να χει μπαλώματα χρώματος μώβ και σκούρου καφέ. Τρόμαξα μα δέν του το έδειξα.
Γεια συ φίλε μου είπε. Είμαι ο Γκόμπι. Έδειχνε να είναι σοφός και πριν προλάβω να κάνω δεύτερη σκέψη μου είπε ότι όλα είναι ένα ψέμα και εμπιστοσύνη να μη δείξω ποτέ μου. Και ότι εκεί που πάμε οι αθρώποι δε μας αγαπούν μας φοβούνται. Και αυτό το φως το αλύγιστο είναι ένα αστείο είναι ένα ψέμα. Να σου το ορκίζομαι μου είπε είμαι εδώ εγκλωβισμένος 34 χρόνια γιατί ούτε στην πόλη του Που θέλω να είμαι ούτε στην πόλη της θάλασσας. Σκατά, όλα είναι σκατά.

Ένιωσα άσχημα το ομόλογό για τον άθρωπο και τι να του πω ούτε που ήξερα. Μα μετά από δυό λεπτά ησυχίας τον ρώτησα. Από πού είσαι Γκόμπι;
Από την πόλη της φωτιάς μου είπε και συνέχισε να μου μιλά χωρίς να του πω άλλη λέξη. Φύγαμε από κει, μου είπε, γιατί ξέσπασε πόλεμος. Έδωσα ότι είχα σε ένα που έλεγε θα με βοηθήσει. Ο,τι είχα τα πάντα. Μου είπε πως είμαι από τους πρώτους στη λίστα για το φεύγει-και γω τόνε πίστεψα- γιατί με εχτιμά και πως απ την αρχή με συμπάθησε είπε. Περάσανε τρις μήνες και δεν είχα λεφτά ούτε στέγη, μπήκα και έκλεβα τα βράδια απ όπου κι αν έβρισκα, γυρνούσα από δω και από κεί μες τα ερείπια και της φωτιές ώσπου το περίμενέ μου σταμάτησε. Πήγα να τόνε βρω και τον βρήκα και του είπα πως δεν πάει άλλο πρέπει να φύγω, να σωθώ, δεν κρατώ άλλο αφήνω. Και ο παλιάνθρωπος μου ζήτησε κι άλλα λεφτά κι άλλα χρυσά. Τόνε παρακάλεσα, στα πόδια του έπεσα κι εκείνος με κλώτσησε. Σε βαρέθηκα, μου είπε, ανόητε βρομίλε τρισάθλιε. Την επομένη το πρωί ήμουνα στριμωγμένος εγώ και άλλα είκοσι άτομα σε μια βάρκα φτιαγμένη για εφτά.

Ταξιδέψαμε αγόρι μου δεν ξέρω και γώ πόσες ημέρες. Χωρίς φαι και νερό. Χάσαμε επτά η οκτώ άτομα στη θάλασσα από την εξάντληση της πρώτες δέκα ημέρες. Σίγουρα τρις γυναίκες και δύο παιδιά τεσσάρων και εννιά ετών. Το θυμάμαι, τους είδα να πέφτουνε τους ήξερα από τα πριν. Η κυρία Φατί η μαγείρισσα και τα δύο παιδιά της.
Ήτανε θύελλα, εδώ άντρες και με το ζόρι τα βγάλαμε πέρα. Παιδιά πως να κρατήσουνε;
Μετά μας ξέρανε ο ήλιος λες και είμαστουν χορτάρι μες το καλοκαίρι, και μετά πάλι καιρός πάλι πνιγόμασταν μέσα στα κύματα και θυμάμε το φίλο μου το Σις, σαν ηρεμούσε, μη φανταστείς μόνο για λίγο η κατάσταση, τόνε κρατούσα που ήταν σα λιγοθυμος και μου λεγε μες τη νιρβάνα του, ξέρνοντας τα στομάχια του, πεθαίνουμε αργά Γκόμπι. Πεταξέ με στη θάλασσα να γλιτώσω μια ώρα αρχύτερα. Και μία αυτός και μία εγώ να παραμιλούμε και να παρακαλάμε για θάνατο γρήγορο. Και στο λόγο μου στο λέω άπαξ και έφευγε αυτός σκεφτόμουνα, θα αυτοκτονήσω και γω. Θα πέσω να πνιγώ μια ώρα αρχύτερα. Αλλά ο προφήτης, παιδί μου, μας έριξε εδώ στην κατάλυση. Και θάνατος και ζωή εξισώθηκε.

Η καταπακτή του αμπαριού σηκώθηκε απότομα και με αργά βήματα κατέβηκε αυτός ο ξέξασπρος άνθρωπος. Ο Γκόμπι υποχώρησε μες το σκοτάδι και η μουσική από αυτό το αρχαίο τουπ-ταπ απότομα κόπηκε. Ο ξέξασπρος άνθρωπος με κοίταξε με αυτά τα παγερά του τα μάτια και εγω σαν τον σπίνο νομίζω πως ένοιωσα. Σε χρειαζόμαστε στο τρίτο πάτωμα είπε.

Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

Κατάλυσης Ι



Λένε, πως άμα περάσει κανείς το σύνορο της πόλης του Πού και της πόλης της Θάλασσας, εκεί δηλαδή που μπορείς να δεις την πόλη της θάλασσας να σε υποδέχεται σαν την Αφροδίτη που αναδύεται μέσα από τα μαύρα νερά, και πίσω σου να έχεις χάσει πια για τα καλά τη θέα της πόλης του Που, μοιάζει σα να σε γέννησε η μάνα σου πάλι απ την αρχή. Κι ό,τι δεις από κει και μετά σε χαράζει για πάντα. Περνώντας το σύνορο, αλλάζουν καιροί, αέρηδες και ανθρώποι, τα μάτια τους κοιτάνε αλλιώς και τα ακροδάχτυλα τους νοιώθουν διαφορετικά. Κι ' φωνές, η φωνές που βγαίναν από μέσα τους(αυτές που βγαίναν από οίκτο η από κακία) τώρα πια έχουνε πάψει. Ακόμα και το αναπνέει του ώντως λέει, μοιάζει αλλιώτικο.

Η πόλη της θάλασσας είναι το μόνο μέρος του κόσμου που δεν χρειάζεται κανείς χαρτιά από τελωνεία και ειδικές άδειες απόπλους για να ταξιδέψει εκεί. Δεν ακούει η πόλη της θάλασσας σε τέτοιους κανόνες. Αν και κάποια είχε γίνει κουβέντα στο αν θα έπρεπε οι άλλες πόλεις να δέχονται υπηκόους της πόλης της θάλασσας χωρίς κάποιο έγγραφο ή κάποια επιστολή ή ακόμη στην περίπτωση ανταλλαγής και εμπορίας εμπορευμάτων ποιοι θα ήταν οι κανόνες. Αν θα έπρεπε να κόβονται τιμολόγια και φίλα πορείας και πάνω απ όλα με τα λεφτά, τι θα γινότανε με τα λεφτά; Ποιο θάτανε το καταλληλότερο νόμισμα;και πώς θα λειτουργούσε η αρμόδια αρχή; Μάταιε όλες οι συζητήσεις και η αναστάτωση. Όλες οι προσπάθειες άκαρπες. Αδιέξοδος.

Στο λιμάνι της πόλης του Πού,είν αραγμένο το πλοίο “Κατάλυσης” και πίσω απ το φως του φεγγαριού περνούν μαύρα τα σύννεφα. Και να με συγχωράτε που δεν το ανέφερα πρωτύτερα, μα με αυτό θα ταξιδέψουμε προς την πόλη της θάλασσας.

Όχι, το βράδυ ως τώρα είναι γλυκό, ζηλευτό τόσο που νομίζει κανείς ότι μικροί φτερωτοί άγγελοι ανθίζουνε στα ακούσματα μιας μουσικής από κάποιο παράδεισο. Εδώ άλλωστε είναι η πόλη του Που και τα λόγια είναι λίγα να περιγράψουν το νιώθει του όλου. Εκείνο που με φοβίζει είναι εκείνα τα μαύρα τα σύννεφα πίσω απ το φως του φεγγαριού και τι θα φέρουν εν πλω. Η Κατάλυσης στέκει ξύλινη μαύρη, μοιάζει σταλήθεια σωστή γαλέρα πειρατική, μια νύφη στα μαύρα σχεδόν αδίσταχτη.

Και γώ πλάη της τυλιγμένος απ την υγρασία τη θέρμη, κοιτάω ταλαίπωρος. Κοιτώ το ξύλο πού 'ναι φτιαγμένη, μοιάζει πιο δυνατό και από βράχο, τόσο που με τριγυρνάει ένα ρίγος και νιώθω μικρός απ την πολύ μου συγκίνηση. Μια με φέρνει δεξά μιά αριστερά και ύστερα ο νους μου ανοίγει δρόμο βαθύ μέσα απ το σκαρί για να δω την Κατάλυση εντός της.

Τα αμπάρια της είναι στενά λόγο που τα πράματα που μεταφέρονται δεν είναι λίγα. Εκεί, ανάμεσα στα πράματα, σφηνώνονται άνθρωποι και περίεργοι ταξιδευτές και ανάμεσα στης χαραμάδες και τα κύλα των βαρελιών ξεψειρίζονται κάτι αρουραίοι πιο μεγάλοι και από τις παλάμες του μυθικού γαργαντούα. Κρεμασμένες αιώρες βρώμικες και μπαλωμένες από δύστυχους -σα και του λόγου μου-που δεν αντέχανε τη θάλασσα και της ανισορροπίες του πλέοντος. Στης πιο μυστήριες θέσις ιστοί από αράχνες που ακούν μόνο στο χτίζει τους. Και απ το ταβάνι, ψιλά απ το ταβάνι πέφτει ένα φως, Θεέ μου(!) ένα φως άηχο.

Ξάφνου με διέκοψε ένας τύπος φοβερός μέσα απ ζάλη μου. Ήταν ένας τυχαίος, πλανόδιος με ξύλινη μορφή. Να σαν ένας άνθρωπος, σα να 'ναι φτιαγμένος από ξύλο γυαλιστερό και λείο που 'χει για μάτια δυο κουμπιά μαύρα. Φορά ένα καπέλο και ένα πουκάμισο παλιό που κουμπώνει με δυο παραμάνες εμπρός του. Μου είπε τότε, και 'γώ εκπληχτικά, ότι είναι βιολιστής και τράβηξε από ξωπίσω του απ τη μία ένα δοξάρι και από την άλλη το θρυλικό βιολί στρατιβάριους. Μου αστράψαν τα μάτια μου! Τότε απ της παρυφές του σκοταδιού δειλά φανιστίκανε κι άλλα τέτοια πλάσματα αλλόκοτα(για το ποιών τους θα τα πούμε αργότερα) και μου αρχίσανε της μουσικές-μα τι μουσικές- κι όλοι μαζί παίξανε, αχ! και πώς παίξανε! και εκεί που όλα ήτανε καθαρά κάνουνε τζάτ και υποκλίνονται. Φχαριστούμε μου 'πε ο ξύλινος άνθρωπος και έγειρε το καπελάκι του να ρίξω μέσα ότι έχω ευχαρίστηση. Τότε εγώ παρατήρησα του κεφαλιού του τη βλάστηση και έβγαλα απ την τσέπη ότι βρήκα( κάτι μπουκιές πουχα για πέταμα και δύο σπασμένα τσιγάρα) και τα εναπόθεσα μέσα. Κι αυτό ήτανε με ευχαρίστησαν πάλι και φύγανε για την Κατάλυση. Υπέθεσα η μπάντα του πλοίου θα είναι και αμέσως συμφώνησα.

Στο δεύτερο πάτωμα, η Κατάλυσης, φιλοξενεί εικοσιτέσσερες φίνες κουκέτες που σχεδόν κυκλώνουν τρία σαλόνια που χουν θέα το πέλαγο πίσω από ένα ακριβό κρύσταλλο. Ένα τζάμι που 'χει διαστάσεις τεράστιες. Να, αν δεν είμαι και λάθος απο τα πάνω μέχρι τα κάτω πρέπει να πιάνει.
Ο παλιός πλοιοκτήτης είχε ορκίσει 4000 άνδρες να μη σταματήσουν τον πόλεμο αν δεν βρουν τα καλύτερα ρουμπίνια να κοσμούν το κάδρο γύρο απ το κρύσταλλο και τα ξύλινα αετώματα γύρο στα νταβάνια. Και αυτοί κάναν επέλαση, καλπάσανε και στο δρόμο τους σκόρπισαν αίμα και πόνο, και δε δίσταξαν να πάρουν κεφάλια από νέους και γέρους και κόρες και να αφήσουν πίσω ορφανά και σακάτιδες. Σε μια πόλη λέει παλούκωσαν κάποιους και βάλανε φωτιά σε ένα σχολείο την ώρα που ήτω γεμάτο. Έτσι λέγανε οι μύθοι που ψιθυρίζονταν τα βράδια μες την κατάλυση.

Όταν οι άντρες γυρίσανε πίσω, αν ποτέ τους γυρίσανε οι ίδιοι άντρες που ήσαν σα φύγανε, φέρανε μαζί τους ένα θησαυρό, ενα θησαυρό που θα στολίζει ένα πλοίο στα μέσα του. Το θησαυρό που είχε προστάξει ο άρχοντας. Τον αδειάσανε λοιπόν μπρος στα πόδια του και αυτός γελώντας τους πλήρωσε.Κάπνιζε κι όλο τους πλήρωνε και αυτοί γονατιστοί δάκρυα χύνανε και προσκυνούσαν την χάρη του, και αυτός όλο γελούσε κι όλο τους πλήρωνε. Και με τα δυό τους τα χέρια τρώγανε λυσσαγμένα λεφτά και χρυσάφια, κυλιόνταν στο βούρκο αδύναμοι και οι μασέλες τους ολο ανοιγοκλείνανε να βρούνε κι άλλο λεφτό, κι άλλο χρυσάφι.

Και έπειτα ήρθε ο χρόνος. Να τους γιατρέψει και να τους θυμήση ότι ήτανε κάποτε άνθρωποι και οι μύθοι λένε πως τότε,με τον ερχομό του χρόνου, άλλοι κατάντησαν τρελοί ή μπεκρίδες οτι άλλοι στοιχειωμένοι από τον ίδιο το σατανά βάλανε τέλος στη ζωή τους μονάχοι με τρόπους φρικαλέους και άσχημους.

Εκεί, δίπλα απ τα ρουμπίνια που στολίζουνε τα αετώματα τον νταβανιόν και το κρύσταλλο, κοιμούνται τώρα ήσυχα ήσυχα κόρες παχουλές και γιοι πολυλογάδες και μαλακοί στην αφή τους. Σε όμορφα και ζεστά σκεπάσματα που μέσα στην τόση σιγουριά, τη ζεστασιά, τη τρυφερή αγκαλιά του μορφέα ξυπνούν άξαφνα και άφωνα από μια ονείρωξη άτυχη.

Είπαμε: Η Κατάλυσης σταθερή και η μπάντα της μόλις μπήκε στο πλοίο. Το αμπάρι το σκίζει μια ακτίνα φωτός και στο δεύτερο πάτωμα κοιμούνται ήσυχα καλοθρεμμένα και ζεστά τα παιδιά. Καιγώ, αχ εγώ ο ξένος να κοιτώ τα μαύρα τα σύννεφα πίσω απ το φως του φεγγαριού.

Και ξαφνικά, εκεί δίπλα από τη θάλασσα και την αγαλία της πλάσις, εκεί στο γλυκό δήλι στην τρομερή ησυχία, ακώ θορύβους κεριών, γλώσσες πύρινες χορεύουνε μαζί με τα φιτίλια και μια πομπή με πιστούς ξεκινά να σέρνει πίσω της σκόνη. Πρώτα γύρισα, νόμισα, μα η κίνηση δεν ήταν τίποτε άλλο από του μυαλού μια παραίσθηση, και στη θολούρα μου πάνω σήγουρα ξάσπρισα. Στραβοκατάπια και γύρισα. Μα τι βλέπω Ιησού μου πανάγιε; Κόσμος πολύς με ρούχα σοβαρά που τα φοράς μονό σε περιστάσεις σαν τούτη. Και μπρος τους ένας ιερέας με γένια και βρώμικα νύχια περπατά σιγά προς τα μένα. Λιβάνια σπέρνει τα γύρο του, λιβάνια και ευχές. Γυναίκες βγαίνουνε στα μπαλκόνια της πόλης του Πού με λαμπάδες και κεριά και το σκοτάδι φωτίζουν. Και η πόλη ολάκερη μοιάζει σα τη κερήθρα της μέλισσας.

Και ο κόσμος αργά, κρατά κεριά που φωτίζουνε, και όλοι μα όλοι τους ψιθυρίζουν ψαλμούς από ένα κόσμο αθέατο, και εκεί, εκεί μες τους γλυκούς τους ψαλμούς και τη σκόνη από τα πόδια που σέρνονται, και εκεί, εκεί μέσα απ το κερί που έτρεχε καυτό πάνω στα χέρια ενός παιδιού ανήμπορου να ανοίξει το μάτι του, εκεί τακούς μες της μυρωδιές απ τα φιτίλια και τα νυχτολούλουδα ακούονται θεέ μου καμπάνες. Καμπάνες πένθιμες. Νταν κάνει η μιά απ τη μια και νταν απαντάει η άλλη απ την άλλη και όλα τα στήθη φουσκώνουν αέρα. Τα κεριά τον χορό τους και ο ιερέας στέκει τώρα μπροστά μου.
Τότε και γω δεν είχα τι άλλο να κάνω και στα γόνατα έπεσα με τα σαγόνια να παίζουνε και τόνε κοίταξα ισα μέσα στα μάτια του. Μου έδωσε τότε ένα κομμάτι ψωμί και λίγο κρασί να πλύνω το στόμα μου.
Μου είπε: Απεταξάμην το σατανα;
Του είπα:Απεταξάμενος.

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

Η πόλη του Πού (μέρος 3)



Βράδι το τέλος

Θα στο πώ Αντρέα μου, γιατί από όλα τα παιδιά εσύ μου χεις κάνει την καλύτερη εντύπωση, έχεις ότι χρειάζεται για τη δουλειά, είσαι νέος, έχεις ποιότητα(εκείνη τη στιγμή ευχαρίστησε πίσω τους γονείς του Αντρέα), είσαι δυνατός, αλλά πρέπει να ψηθείς να το πούμε έτσι λαϊκά, έτσι όπως το καταλαβαίνεις καλύτερα. Θες ακόμα δουλεία, βάλε το κεφάλι κάτω λοιπόν και δούλεψε. Όχι από μένα. Και κάτι τελευταίο(είπε προτείνοντας το δείκτη του) μην παίρνεις την ψήφο μου αρνητικά. Δες το σαν μια ευκαιρία να γίνεις καλύτερος. Το πλήθος χειροκρότησε νωθρά, δέν ήτο λίγοι οι θαυμαστές του Αντρέα απεναντίας κάποια στιγμή μες τη βδομάδα είχε ξεπεράσει και το 63% του βασικού ανταγωνιστή του. Του Άκη. Οι σπόνσορες γυάλισαν και οι ρεκλάμες κυλούσαν αργά. Αντρέα. Τι ταξίδι ε; Θα συμφωνήσω με τον πρώτο και εγώ και θα σου πω με τη σειρά μου, μη το βάζεις κάτω, συνέχισε την καλή δουλειά, να είσαι αυτός που είσαι και στα σίγουρα έχουμε να δούμε πολλά πράγματα από εσένα στο μέλλον, όχι μονό εδώ εμείς άλλα όλοι μας. Όχι και από μένα, είπε και με τα ανορεξικά της τα μάγουλα ρούφηξε τα σαρκώδη της χείλη. Τότε ο νεαρός άντρας μάγκωσε λίγο τα χείλη του και έσκυψε μονο λίγο το κεφάλι. Η μανα του που κρατούσε με το ζόρι τους λυγμούς στο σαγόνι της τόνε κοίταξε πονετικά και του κανε νόημα κουράγιο. Και ο πατέρας του δίπλα να κράτα το να χέρι της μάνας να τον κοιτά στα μάτια να του δώσει δύναμη. Τον θυμήθηκε μικρό που χανότανε στα χωράφια όλη μέρα και τραγουδούσε χορεύοντας, πέταγε πέτρες και έτρεχε στις κατηφόρες. Κοίτα τον τώρα κοτζάμ άντρας και πάρα τρίχα θα κέρδιζε. Φωνές ξεβλάσταρες ακούστηκαν δώ και κει -μαζί σου Αντρέα- κάποιος άλλος σφύριξε και μια ομάδα από φίλους του χειροκρότησαν όρθιοι. Η παρουσιάστρια έκανε νόημα ησυχία Τότε ο τρίτος από τους σοφούς, ο πιο παλιός, ένας παχουλούτσικος ιδρωμένος εξηντάρης με φωνή κοριτσίστικη και μαύρες τρίχες στα δάκτυλα σηκώθηκε από το σκαμπό του νωχελικός μες το αστραφτερό του κοστούμι. Σοβαρός με τα μάγουλά του να κρέμονται τα κάτω και το μάτι το να μισόκλειστο σιγοκούνησε το κεφάλι και τίναξε τα λιγδομένα του μαλλιά. Χειροκρότησε όρθιος. Πίσω του, το κοινό, ξέσπασε σε χειροκροτήματα και ζητωκραυγές. Κάποιες κοπέλες έκλαψαν άλλοι πιο συγκρατημένοι ξεφούσκωσαν τον αέρα απ τα μέσα τους. Οι γονείς όρθιοι να τον κοιτούν στα μάτια. Δεν έχω να πω κάτι παρα μόνο αυτό, είπε ο τρίτος και έκατσε στο σκαμπό του, είναι πολύ υψηλό το επίπεδο στο σόου παιδιά και αυτό φαίνεται

 Ήταν πραγματικά μια πολύ δύσκολη απόφαση. Αντρικο μου μια συμβουλή αγόρι μου, αυτό είναι ανταγωνισμός και εσύ μόλις πήρες μια πρώτη γεύση από το τι σε περιμένει εκεί έξω, τράβα μπροστά! Η καλλίγραμμη παρουσιάστρια είπε: Μάζεψε τα πράγματά σου τώρα Αντρέα και φύγε από το σπίτι. Τώρα και οι τρεις ήτο όρθιοι και χειροκροτούσαν τον Αντρέα που φεύγει. Ο Νίκος Κοραής έκλεισε την τηλεόραση και κοίταξε έξω από το μπαλκόνι του. Τι γλυκιά νύχτα σκέφτηκε. Κάτι τον τράβηξε έξω στο μπαλκόνι και τη δροσερή ησυχία του. Από κει φαινότανε η πόλη του Πού χυμένη προς τη θάλασσα, πολύχρωμη και σκοτεινή μαζί, ήσυχη με τους ανθρώπους της και την πρωινή αγορά να περιμένει να στηθεί για το αύριο. Το δημαρχείο στα αριστερά και τρεις δρόμους πιο κάτω, και η οδός Ιλισίων φωτεινή πάντα της νύχτες με όλο τον κόσμο να περνά από κει. Κοίταξε το ρολόι του και άναψε τσιγάρο. Δώδεκα παρα πέντε. Ακούμπησε το χέρι του στο τραπέζι και κτύπησε τα δάκτυλά του ελαφρά, σα να τραγουδά κανείς με αυτά. Απορροφήθηκε έπειτα στη ερημία της νύχτας, μία οι ήχοι από της τζούρες του τσιγάρου του που 'ταν καφτές, και μια τα τριζόνια, ήταν σα να χάνει το χώρο γύρο του και οι ήχοι του γίνονταν όλο πιο πολύ και αδιάφοροι. Βυθίστηκε όλο και πιο πολύ σε σκέψεις κ’εικόνες, το βλέμμα του είχε χαθεί ανάμεσα στη λίγες γλάστρες που χε στο μπαλκόνι του και το στενό που περνούσε από κάτω. Έκανε μια αναδρομή της πρωινής κατάδυσης στο ναυάγιο και τη μεγάλη βοήθεια που πήρε από το μπάρμπα Κώστα που ήξερε τα νερά. Μάλλον από της τελευταίες σκέφτηκε αφού το έργο έχει ξεκινήσει δύο εβδομάδες τώρα. Τονε τρώγανε όμως τα μέσα του, θα ναι καλό; θα αρέσει; σκέφτηκε. Κάτσε ακόμα δεν άρχισες παρηγόρησε τον εαυτό του. Σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα, έβγαλε από το ψυγείο ένα παγούρι παγωμένο νερό και ήπιε με το στόμα. Σκουπίστηκε του και το πήρε μαζί του στο εργαστήρι. Στη μέση του και περικυκλωμένο από εργαλεία, καλέμια και σφυριά διαφορετικού μεγέθους και ένα σκαμνί βαμμένο με κάθε λογής χρώμα, ξαπλώνει ένα πλουτώνιο πέτρωμα κοκκοειδές. Παραλληλόγραμμο στη βάση του και λίγο πιο πάνω έχει ξεκινήσει να παίρνει μορφή. Δείχνει σα να ναι να σκαρί πλοίου που απ τη μία μεριά είναι τραχύ, και γλυφό λείο απ την άλλη. Ο Νίκος το κοίταξε και ξανά ήπιε νερό απ το παγούρι. Χτύπησε λίγο τη βάση της γροθιάς του στο πέτρωμα και ψιθύρισε: πάω μια βόλτα. Κατάλαβε οτι ήτανε κάπως φορτισμένος, λίγο βαρύς. Έτσι όπως όταν ένιωθε όταν ήτανε μικρός που αποτύχενε να κλωτσίσει τη μπάλα ευθεία. Πήρε το δρόμο για τη θάλασσα. Κατηφόρισε την πόλη του Που μασώντας ένα κλωνάρι βασιλικού και παίζοντας νευρικά τα τσιγάρα στο χέρι. Απέφυγε την οδό Ιλισίων, τα φώτα τον πέθαιναν και ήθελε να αποφύγει τους τυπικούς διαλόγους με κάποιον γνωστό που τυχόν συναντούσε, άλλωστε έβρισκε επίσης πιο του γούστου του τα άλλα δρομάκια που βγάζαν στη θάλασσα.

Τα λουλούδια δεν έλειπαν από πουθενά στην πόλη του Που κι ο κάθε δρόμος ήτανε διπλά ωραίος απ τον πρώτο και αυτό εις το άπειρο. Λάτρευε την μυρωδιά της νύχτας. Να δείς που όλα αυτα θα λειτουργούν σα παυσίπονο, είπε να παρηγορήσει τον εαυτό του. Τρόμαξε κάτι γάτες στο βιαστικό του το διάβα, και δύο αδελφές έφηβες που καπνίζαν κρυφά στα σκοτάδια παρα λίγο τσακίστηκαν να μήν της δεί. Και έμοιαζε τόσο απόκοσμη η μορφή του στην κάθοδο όπου και οι λίγοι που απάντησε του κρύψαν το βλέμμα. Πήγε κοντά στη θάλασσα και κοίταξε το σκοτεινό ορίζοντα, ο ελαφρύς ήχος του νερού πάνω στα βράχια τόνε τράβηξε έξω απ το σώμα του, δεν ήξερε για λίγο ποιος ήταν και γιατί, αν ήταν και πόσο. Ή μήπως ήτανε χρόνια σκέφτηκε μήπως λείπω για χρόνια απορρίθηκε και βυθίστηκε πάλι, τόσο που το κλωνάρι του βασιλικού έπεσε απο το στόμα του μέσα στο ελαφρύ της θάλασσας κύμα. Και εκεί στην άκρη το γυαλού αφαιρέθηκε για ώρα χωρίς να σκέφτεται. Μόνο κοιτούσε τον σκοτεινό τον ορίζοντα, κάπνιζε και όλο ξεχνιότανε. Δεν το βγάζω σταματάω εδώ, σκέφτηκε ξάφνου και ένιωσε σίγουρος, σε ποιόν θα αρέσει τώρα αυτοί δεν ξέρουν θα με χλευάσουν. Ίσως να έφευγα, να γύριζα πίσω για μια καινούρια αρχή, εκεί τουλάχιστο έχω και δυο τρείς ανθρώπους που εχτιμάνε τη φύση μου. Έχουν δεί τι δουλειά μου με ξέρουν! Δειλία, κότα που κακαρίζει στα μποστάνια είσαι και τίποτε αλλο, αυτό είσαι Νίκο, νικολάκι, αγοράκι. Σε λίγο κάτι μου λέει θα βάλω τα κλάματα κιόλα, ανθρωπάκο. Και έτσι σαστισμένος συνέχισε να καπνίζει και να αφαιρείται δίπλα στη θάλασσα, και ξάφνου σκέψεις: Το ωραιότερο έργο θα γίνει και οποιανού δεν του αρέσει να κοιτάει απ την άλλη, αύριο πρωί πρωί σφυρί και καλέμι και δεν βγαίνω ούτε για 'νάσα άμα δεν το τελειώσω. Α, πρέπει να βουτήξω αλλη μία τουλάχιστο, θα μπορεί ο Κώστας; ρώτησε ακόμη μια φορά τον εαυτό του τη σύμερον. Φορές δεκαέξι. Ο κυρ Κώστας τι άθρωπος τι βοήθεια! Που να μοιάσω εγώ σα κι αυτόνε; άξιος άθρωπος, τέσσερα παιδιά και δουλειά σα να τανε άλογο και όλο κέφι και όλο όρεξη. Μυαλό καθαρότατο! Και χανότανε εκ νέου στο πλατς πλούτς της θάλασσας. Ξαφνικά βρέθηκε χωρίς να το ξέρει απο την πρώτη του θέση δεκατέσσερα μέτρα πιο πέρα. Σά να τρόμαξε, αλλα πιο πολύ σαν ψάρι που κολυμπάει λάθος έδειχνε να 'μοιαζε. Ανακάλυψε μετά, λιγο αργότερα οτι δεν πατάει καλά και είπε να φύγει. Τι ταραχή αναπάντεχη. Τι νύχτα και τούτη. Ανέβηκε βιαστικός την οδό Ιλισίων, ιδρωμένος και ταραγμένος ώσπου έφτασε δίπλα στο καφενείο του ξένου. Είδε το Μήτσο και τον καφετζή έξω να πίνουνε τα τελευταία πριν πάνε για σπίτι. Φέσι ίσως, ποτέ τους δεν δείχνονταν. Καλώς τον καλλιτέχνη! είπε ο Μήτσος και κλώτσησε μια καρέκλα να κάτσει ο Νίκος. Κύριε Κοραή απορίθηκε ο καφετζής και σκούπισε με μια πετσέτα την καρέκλα απ την υγρασία που είχε αρχίσει να πέφτει. Καλησπέρα είπε ο Νίκος και έκατσε κάτω. Και όλα τα είναι του έδειξαν να σβήνουνε στου καφετζή την ερώτηση: Ουζάκι καλιτέχνας; θα πγιούμε; Και ο Νίκος του απαντά κι αυτός εύθυμα, ουζάκι με πάγο γλυκιέ μου άθρωπε, και να ποτηράκι νερό που μου είναι απαραίτητο.



Τρίτη, 5 Μαρτίου 2013

Η Πόλη του Που(μέρος 2ο)

                                             
 Απόγεμα: Η Οδός Ιλισσίων                                             


Ο ήλιος λίγο πιο πάνω από τη θάλασσα (τόσο που μπορεί κανείς να τεντώσει το χέρι του εμπρός απ τα μάτια του και να χωρέσει τα τρία του δάκτυλα ανάμεσα στον ορίζοντα και τι διάμετρο του ήλιου παράλληλα) έχει πάρει ένα χρώμα κόκκινο και χει γίνει μεγάλος, διπλός απ τα πριν. Η ζέστη διαπερνάει παχιά όλους τους πολίτες της πόλης στεργιά και θάλασσα. Ο Αντώνης Φράγκος έχει πγει τον καφέ του τον φίνο και τρία ποτήρια νερό και στο άσπρο φλιτζάνι του έχουν ξεραθεί τα κατακάθια από ώρα. Τα ρέστα από την πληρωμή του είν' ακόμα παρατημένα στο τσίγκινο τραπεζάκι απάνω. Μια άσπρη χαρτοπετσέτα παρασέρνεται. Σεντόνια κρέμονται απ τα μπαλκόνια τον πολύχρωμων σπιτιών σχεδόν ακίνητα, και οι σταγόνες τους κάνουν τη γη να μυρίζει απότομα. Μάλιστα ένα μέρος από αυτά, τα νερά τα κυλούμενα, μένουνε στάσιμα σε μια κακοτεχνία του δρόμου. Τα τζιτζίκια δίνουν ρεσιτάλ, τραγουδάνε σα χορωδία σε εκκλησία Αφρικάνικη, σε όλα τα μήκη και πλάτη της πόλης του Που. Ζέστη αδιάκριτη. Αύγουστος. Το απόγεμα είναι αργό. Η πόλη μοιάζει άδεια και η κίνηση, ακόμα και τον φύλον τον δέντρον, αργή. Μόνο κάτι ψώνια καθυστερημένα κάνουν κάτι ξεχασιάρηδες και κάτι γάτες αλανιάρες ψευτοτεντώνονται δίπλα απ τους σκουπιδοτενεκέδες. Η πόλη του Που είναι αμφιθεατρικά χτισμένη επάνω σε ένα μεγάλο λόφο, μόνο στη θέση του δημαρχείου κάνει η γη μια εξαίρεση και η υποτείνουσα της παράλληλη γίνεται για να χτιστούν εκεί τα γύρο τα κτίρια και η κεντρική η πλατεία. Πίσω της η πόλη του Που καλύπτετε από βουνά. Μοιάζει σαν μια χούφτα ενός γίγαντα να προστατεύει την πλάτη της ή κάποιου αρχαίου στρατηγού έμπνευση να μην βάλλονται εύκολα η θέσης της. Κοιτάζει, όπως όλες οι μυστήριες πόλεις τη θάλασσα. Την απέραντη, που από πάνω της ο θεός, έχει σπείρει πουλιά και αστέρια. Και τον ήλιο όταν δύει για να γαληνεύει ο άνθρωπος τη νύχτα. Το δημαρχείο δεσπόζει στη μέση της. Ένα χτίριο που το κεντρικό του μπαλκόνι βλέπει εκατόν ογδόντα μοίρες δεξιά αριστερά. Το μόνο άσπρο κτίριο της πόλης χτισμένο από πέτρα και ξύλο. Ένας τέλειος κύβος που από επάνω σκέφτονται να φυτέψουν ένα κήπο με λουλούδια και δέντρα μικρά. Η πόλη απαρτίζετε από στενά και πεζόδρομους και ένας από τους πιο μεγάλους είναι η οδός Ιλισίων. Μια κάθετη που ξεκίνα δεξιά από το δημαρχείο και εμπρός από το καφενείο του ξένου και φτάνει μέχρι την θάλασσα. Μαζί θα πάμε την οδό Ιλισίων τα κάτω, και να με συγχωράτε που στα λόγια είμαι φτωχός να περιγράψω το όλο μα δεν είμαι από δω, με βρήκανε κάπου μακριά και με φέρανε δω για καλύτερα. Αφήστε με όμως πρώτα να σηκωθώ να τεντώσω τα μπρος και τα πίσω μου πόδια να πιω λίγο νερό απ την κακοτεχνία του δρόμου πριν πάρω μαζί με το αφεντικό τον κατήφορο της οδού Ιλισίων. Αυτός εμπρός και εγώ παραπόδα. Φύγαμε. Το αφεντικό μου είναι ο καλύτερος άνθρωπος που χω δει ποτέ και τόνε αγαπάω πολύ. Συνήθως φοράει ρούχα καλά και σιδερωμένα, μυρίζει ουδέτερα προς όμορφα και καπνίζει πάντα με τον καφέ του τα πιο καλοστριμένα τσιγάρα. Δεν περπατάει αργά ούτε και γρήγορα μάλλον τέλεια περπατάει για δίποδος. Ω! το χασάπικο! κρέας κύριοι κρέας! αν κι είμαστε από την αντίθετη του δρόμου μάλλον θα πλαγιοκοπίσω γοργά μη τυχόν και μου πετάξει κάνα κομματάκι ο χοντρούλης ο κύριος με τα ερυθρόλευκα ρούχα. Για να δούμε τι θα δούμε. Μπήκα μέσα στο μαγαζί λίγο διστακτικά μυρίζοντας πρώτα στο κεφαλόσκαλο κάτι σταγόνες μικρές, σχεδόν αδιάκριτες κόκκινες. Πρώτα το αριστερό μετά το δεξί και μπήκα. Έκανα μια κίνηση με το κεφάλι μου και μύρισα τον αέρα τριγύρω. Γλύφτηκα λίγο και κοίταξα της γουρουνοκεφαλές που κρέμονταν από κάτι τσιγκέλια απέναντι, μετά τη βιτρίνα με της συκωταριές τα φιλέτα και τα κοτόπουλα. Ευθύμησα. Μέτα κοίταξα τον κύριο με τα ερυθρόλευκα ρούχα στα μάτια. Αυτός έστριψε τα μουστάκια του και αφού μάσησε κάνα δυο φορές με το στόμα ανοιχτό και ξερόβηξα μου πέταξε μια γωνία από ένα λουκάνικο καπνιστό παραγωγής του. Το κατάπια σχεδόν αμάσητο και βγήκα χαρούμενος με την ουρά μου κουνόμενη. Το αφεντικό είχε προχωρήσει στην οδό Ιλισίων. Τρέχω τώρα ξωπίσω του να τόνε φτάσω μη φύγει και πριν πει κανείς κύμινο να με ξανά παραπόδα. Περπατάμε μαζί λίγο ανάμεσα από μυρουδιές και από ήχους. Μυρίζουν πατάτες τηγανητές απ το μπαλκόνι του πρώτου ορόφου και μια μάνα ακούω να καλεί το παιδί της να φάει. Ένας πατέρας πιο κάτω με μια λεκάνη
πλαστική(καθισμένος στο πεζούλι του δρόμου) γεμισμένη με νερό ψάχνει να βρει στην σαμπρέλα την τρύπα, ένα ποδήλατο έχει κοντά του γυρισμένο ανάσκελα και επιχειρεί. Ο γιος τον κοιτά αγωνίος. Κάποιος άλλος έχει βρέξει την αυλή να δροσίσει και η μυρωδιά από νερό και από χώμα αγιάζει την οδό Ιλισίων αιώνες, γειας τα χέρια τ’ ανθρώπου ανάσανα. Μα νάτονε, νάτος ο ένοχος νάτος, είναι ο γέρος στη βεράντα, ο καθισμένος με το καφεδάκι του πλάι που χει τα μαλλιά του περασμένα με μια βρεμένη τσατσάρα επίσημα και χαιρετά τη ζωή. Γεια σου αγάπη μου, να λέει σε όποιον περνάει. Όσο πιο νέος, πιο αγνός ο περαστικός δίπλα απ τη βεράντα του γέρου, τόσο πιο ζωηρά ξεστομίζει το γεια σου αγάπη μου αυτός. Και η γυναίκα του δίπλα, αυτή που του σέρβιρε τον καφέ του γυρτή, φορώντας ποδιά, κουνά τα χέρια προς τον ουρανό και σταυροκοπιέται κατάνοιχτα, και εκείνος σαν περάσει από μπρος του ο ξένος και προχωρήσει το βάθος στην οδό Ιλισίων κολλά τα μάτια του σε να βασιλικό φουντωμένο, ζωηρό, που είναι δίπλα στου απέναντι σπιτιού την αυλόπορτα, εκεί δίπλα στο λούκι. Αναρωτήθηκα ποιο είναι αυτό τόργανο το βαρύ με το δοξάρι που χει για μικρο αδελφό το βιολί; Δεν ξέρω. Όπως και νάχει είναι τόσο βαρύηχο που τακώ με το στήθος μου. Όπως ακούν οι άνθρωποι της ορχήστρες ντε, με το όλο τους. Μια φορά είχανε έρθει και στην πλατεία, τους είχανε φέρει από κάπου αλλόκοτα. Μια ορχήστρα συμφωνική είπανε, και σώπασα για ώρα ακούνητος και γώ και οι όλοι που ήταν εκεί και μετά ήξερα πως μαγαπούνε οι άνθρωποι. Κατηφορίσαμε εν τη συνεχεία την οδό Ιλισίων το αφεντικό μου εμπρός και γώ παραπόδα. Ακούσαμε 'να τενόρο να προπονεί της χορδές του και να πλουσιόπαιδο λίγο πιο κάτω να κάνει ασκήσεις για πιάνο. Μέτα καθώς προσπερνάγαμε ενα σπίτι ισόγειο, κοντοστάθηκα στα αρώματα μιας γυναίκας παράξενης. Είχε την πόρτα μισάνοιχτη και είχε ριχτή πάνω της μια ρόμπα καλοκαιρινή κόκκινη. Γυμνή από κάτω, τσίτσιδη ξυπόλυτη με λίγα νερά να τρέχουν πάνω απ το ακριβό της κορμί μουσκεύοντας το μωσαϊκό του σπιτιού. Η Σ. η κόλαση επί της γης άκουσα να λένε γιαυτή πριν στο καφενείο και κουνούσαν όλοι μαζί το κεφάλι. Έβαλε στο ράδιο να παίζει μουσική, άναψε τσιγάρο και έκατσε μπρος στον καθρέφτη. Κι εγώ όπως πάντα περίεργος ζύγωσα να τηνε βλέπω καλύτερα να την μυρίζω να ξέρω. Ρούφηξε δυο τζούρες ζωηρές και καπνό δε φύσηξε, έξυσε λίγο το κεφάλι της και άνοιξε ενα κουτί πολύχρωμο που φίλαγε μέσα τα ρουζ και τα βαφικά της. Πλησίασα κι άλλο και μύρισα λίγο την ξύλινη πόρτα και βάδισα μέσα σα να χω ξανάρθει εδώ πολλές φορές, κι άλλες τόσες θα έρθω ξανά. Εκείνη έκανε λίγο το κεφάλι να δει, κατάλαβε βλέπεις την κίνηση, μα γύρισε μόλις με είδε ξανά στον καθρέφτη. Κούνησε λίγο το κεφάλι της και τα κόκκινα μαλλιά της χόρεψαν σα νύφες το άγριο χάραμα. Επικίνδυνα πράματα σκέφτηκα και είπα να φύγω, μα δεν κούνησα. Κάτι σα μαγνήτης με κράτησε. Έβγαλε ένα μπαμπάκι μέσα απ το πολύχρωμο κουτί και το πάτησε μια φορά μες το ρουζ, τέντωσε τα μαγουλά της και το πρόσωπό της πήρε μια γκριμάτσα περίεργη. Δείχτηκε μετά να ενοχλήθηκε και αφού ψαχούλεψε το κουτί το αγαπημένο της, μένα στεκάκι μαύρο έπιασε τα μαλλιά της σαν κότσο και συνέχισε να πασπαλίζετε και πάλι εκ νέου. Πέταξε μετά το μπαμπάκι με μία ελαφριά κίνηση πάνω στο τραπέζι που ήτανε στηριγμένος ο καθρέφτης και πέρασε τα χείλια της με λίγο κραγιόν. Ξεφούσκωσε και αερίστικε λίγο με το χέρι της -τι ζέστη ρε πούστη-μουρμούρισε. Άρχισα να χάνω τη μυρωδιά του αφεντικού μου και πραγματικά ανησύχησα. Βγήκα από το σπίτι της Σ και τον είδα στο τέλος του δρόμου λίγο πριν βγει για τα καλά στο λιμάνι, εκεί σε μία από τς μικρές πλατείες της πόλης, εκεί που ναι η “Αφροδίτη” περίπου. Έτρεξα γρήγορα όσο μπορούσα και ο αέρας μου κολλούσε προς τα πίσω ταυτια, μου τραβιώταν έξω η γλώσσα και αυτός όλο χαμήλωνε και μου φώναζε τρέχα.