Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

Το Πρότζεκτ(μέρος τρίτο)





Το σκοτάδι 'χε πνίξει το σπίτι. Απ το δωμάτιο ακουγότανε ο τσοπάνης, η βαριά η ανάσα του, και δίπλα η Ελένη με το στόμα ανοιχτό να κοιμάται. Η παλιά ντουλάπα, που ήτω κι δύο περήφανοι, στεκότανε στη γωνία της κάμαρας, και κάτω απ το πόδι της το δεξί τη στηρίζανε δυο σφήνες εντελώς αυτοσχέδιες, με να καθρέφτη στο μπρος της το μέρος θαμπό κι άγριο που ο μύκητας είχε αρχινίσει και φούντωνε απάνω του. Εκεί καθότανε όλα τα καλά τους τα ρούχα. Δυο σακάκια και ένα παντελόνι υφασμάτινο που η ταμπέλα του έγραφε χώρα προέλευσης και αναλογία υφάσματος και μια φούστα φωτεινή με μαργαρίτες απάνω της, αφόρετη κοντά εικοσιτέσσερα χρόνια.

Από κάτω η στόφα έκαιγε ακόμα, τα κούτσουρα και ένας ήχος μιας πόρτα παλιάς χάλασε το χάζι και το ζεστό της ατμόσφαιρας. Δυο φώτα πολύχρωμα τρεμοπαίζαν στο πάτωμα και να παιδί βάδιζε δειλά μέσα τους τσίτσιδο και ένοχο. Στάθηκε έξω απ την πόρτα του τσοπάνη και της ωραίας Ελένης του και άνοιξε σιγανά σιγανά. Θέλει να δει πόσο κοιμούνται, θέλει να δει τα στοματά τους που ακούγονται τα ροχαλητά και να μυρίσει τα χνότα τους και τα χέρια τους και μετά να πα στη δουλειά του.

Μπήκε ο διάολος. Στάθηκε. Και περπάτησε μέσα σε αυτά τα τρεμάμενα φώτα αργά προς το μέρος τους. Κοίταξε έξω από το παράθυρο το πεύκο πως χόρευε στον αέρα και τρόμαξε. Έφτασε δίπλα από το κρεβάτι του τσοπάνη και κοίταξε. Μα ήταν ζουμπάς λέγανε και δε μπορούσε να δει τον τσοπάνη στα μάτια. Έκανε να φύγει με την απόφαση να πάει ηττημένος για ύπνο. Μα μια αρπαξιά ένιωσε να του τραβά αυτό το κιτρινιάρικο σώβρακο. Τρόμαξε κι είπε πως το σμερδάκι τον έφαγε και τσίνιξε να γλιτώσει. Γύρισε και είδε ότι είχε πιαστεί το ρούχο πάνω σε μια πρόκα που έξεχε από το μπαούλο που είχε πάρει προίκα ο παππούς πριν από χρόνια πολλά, όταν αυτός, λέγαν, ήταν χρόνια αγέννητος.

Στάθηκε εκεί λίγο να κοιτά εκείνη την πρόκα από δυο βήματα απόσταση και μια ιδέα βαθιά, ένα σχέδιο του ήρθε. Κόντεψε το παλιό μπαούλο και ανέβηκε με τη μία επάνω του. Κοίταξε έξω το πεύκο που χόρευε και αυτή τη φορά δε κιότεψε κοιτούσε σαν άντρας σωστός για ώρα αλώβητος. Έγειρε πάνω από το τσοπάνη και την Ελένη. Και οι δύο βαριανασαίναν με τα μάτια επτασφράγιστα. Η ώρα δέκα και τέταρτο.

Έκανε έτσι με το δάχτυλό του πάνω απ τη μύτη του τσοπάνη και κατα λάθος ακούμπησε, προκάλεσε το θηρίο στα ίσα. Εκείνος κουνήθηκε λίγο, σα να λίγο να σάλεψε, μα η κούραση δε χάριζε τον είχε βυθίσει στην άβυσσο.

Ο μικρός(μα ας μη κουραζόμαστε με την ιδιότητα και ας του δώσουμε όνομα, ας τονε πούμε Πέτρο). Ο Πέτρος κατέβηκε από το μπαούλο και πήγε με τη μία από κάτω. Έκλυσε προσεκτικά την πόρτα πίσω του και πήγε προς το σερβάν. Ζύγωσε μια καρέκλα κοντά του και ανέβηκε. Σήκωσε αυτό το κεντητό πετσετάκι και πείρε το γράμμα στα χέρια του. Το βάλε κοντά στη μύτη και μύρισε, κι έπειτα στο στόμα και μάσησε λίγο τη μία γωνία του. Δεν ήτανε ζάχαρη και γι' αυτό δεν τον ένοιαζε. Το έβαλε στη θέση του και πήγε προς το σκοπό που είχε μείνει ξύπνιος περιμένοντας τους μεγάλους να σβήσουνε.


Πήγε δίπλα στο τραπέζι και σήκωσε το τραπεζομάντιλο. Μρός του κοιτούσε αυτή η μπίλια που είχε απάνω του το χερούλι του συρταριού. Κοίταξε για λίγο ζαλισμένος και αυτά τα φώτα των παπουτσιών του σταματήσαν το τρέμει τους. Το άνοιξε. Ανάμεσα στα πολλά, τις βίδες, τις σφήνες και τα πριόνια, ήτανε ξαπλωμένη κι αυτή. Η απαγορευμένη φαλτσέτα. Μια κυρία ανώτερης τάξης, αυστηρή και απολυτός υπεύθυνη. Με τη λαβή της δουλεμένη καιρό και καλοφροντισμένη. Ακουμπημένη, η μάλλον διπλωμένη μέσα σε μια κόκκινη τσόχα.

Η μυρωδιά του συρταριού, του αιώνια κλειστού, του απαγορευμένου καρπού, τον έκανε να ανασαίνει πιο γρήγορα και ένιωσε να τονε φυσάει ο αέρας. Σα να φύγαν οι τοίχοι από γύρο και να έμεινε αυτός και το πεύκο. Να χτυπιούνται στη θύελλα που 'ρθε.

Πήρε με το χεράκι του το παιδικό μέσα απ την τσόχα τη φαλτσέτα και περπάτησε προς το δωμάτιο της μάνας του. Τα φωτάκια στα παπούτσια τρεμόπαιζαν και έξω ο αέρας φυσούσε τον κόσμο.
Ανέβηκε απάνω στη μάνα του που κοιμότανε βαριά, χάρη του κόπου της ημέρας, ακούμπησε το λεπίδι στο λαιμό της και πίεσε τραβώντας απότομα. Της έκοψε το λαρύγγι στεγνά. Το ίδιο έκανε ο μικρός Πέτρος και με τον τσοπάνη και την Ελένη. Σφαγίασε τους τρις στην ποιο αθώα στιγμή τους.

Έπειτα βγήκε ματωμένος στη νύχτα και στον αέρα. Χάθηκε στα βουνά βολόδερνε μες τα πουρνάρια και τις πέτρες αγέλαστος κι αδίσταχτος. Μόνο σημάδι του, για να φυλαχτούν απ αυτόν οι αθρώποι, αυτά τα τρεμάμενα φώτα των παιδικών παπουτσιών του. Να αναγγέλλουν την άφιξη αυτού του κρύου θανάτου.



Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Το Πρότζεκτ(μέρος 2)



                                                                   

                                                           Το  γράμμα




Μπήκανε μέσα κατάκοποι και μουσκίδι μέχρι το κόκαλο. Ο τσοπάνης πέταξε το σακάκι του πάνω σε μία καρέκλα ατσούμπαλα, βγήκε έξω και κρέμασε την καρδάρα, με ότι γάλα είχε απομείνει μέσα, από ένα τσιγκέλι. Μπήκε μέσα ποδεμένος και έκατσε πλάι στη στόφα.
-Βραχήκατε ρε; τονε ρώτησε η Ελένη. Την ίδια στιγμή η Μαρία μπήκε στο μπάνιο να τρίψει τη βρώμα απ τα νύχια της. Και μετά από λίγο καληνύχτισε και πήγε να ξεκουραστεί σε αυτή τη μαύρη της κάμαρα. Ο γιος της, που ήτανε γύρο στα έξι, την ακολούθησε σχεδόν με ευλάβεια μέσα σαυτά τα αθλητικά του παπούτσια που αναβοσβήναν οι σόλες τους. Τσίτσιδος στο κορμί, με 'να κίτρινο σλιπάκι που είχε απάνω καρδούλες. Γέλασε ευχάριστα και βύζαξε το μεγάλο του δάχτυλο.


Ο τσοπάνης άναψε τσιγάρο και είπε στην Ελένη με σιγανό αλλά έντονο ύφος
-Φέρε κρασί. Εκείνη άκουσε το πρόσταγμα χωρίς καθόλου αντίδραση και καμία ντροπή. Έβγαλε από την μαύρη ποδιά της ένα φάκελο πράσινο, με δυο σφραγίδες που γράφαν στα ξένα, και τέσσερα πολύχρωμα γραμματόσημα. Το ακούμπισε σαν ευχή στο τραπέζι πλάι στο χέρι του που κάπνιζε σχεδόν πορτοκαλί, κι αυτός γύρισε σα να έγνεψε και κάρφωσε αυτά τα μάτια του πάνω σ' αυτό τον πράσινο φάκελο.

Το καντήλι έκαιγε και κάτι μύγες αργοπεθαίνανε πάνω στα τζάμια. Μπουμπούνιζε. Μια βουή κάλυβε τη νύχτα που έπεσε και ο δρόμος, με την άσχημη άσφαλτος έκρουε τις σταγόνες απάνω του. Καπνίζανε τα μπουριά και οι καμινάδες και όλος ο τόπος μύριζε αγριλιά και πεύκο και πέτρα.

Ο τσοπάνης άνοιξε το γράμμα με τα σκισμένα του χέρια, με τόση αγωνία στο μάτι του όση αυτή του αρνιού που συναντά το μαχαίρι Σαββάτο του Πάσχα. Κοίταξε, ένα πέλαγο έμοιαζε το γράμμα στα  μάτια του. Πήγε να συλλαβίσει να πει μα δε γνώριζε.
-Έλα Ελένη, κάτσε Ελένη. Κι έκατσε δίπλα η Ελένη του και ξεκινήσαν και οι δύο το διάβασμα στα κομπιαστά με της συλλαβές να κάνουν τη γλώσσα τους να πονά.



"Πατέρα. Στη ζωή τα πάω καλά. Πάω σκολείο, διαβάζω και έκδωσα μια κάρτα μηνιαίο εισιτήριο. Κορόνες πεντακόσεςεικοσιτέσσερις. Το παιδί είναι καλά και ο καιρός κρύωσε. Το ίδιο και η γυναίκα μου τα φιλιά της σου στέλνει.

Περπάτησα εχθές λίγο έτσι μέχρι το σταθμό. Τρία χρόνια τώρα τον ίδιο δρόμο, χωρίς σημασία. Πρώτα πλάι από κάτι σπίτια πανέμορφα, από πυρότουβλο και κεραμίδι. Με γκαράζ για ταμάξι, γραμματοκιβώτιο και μια αυλή να κάνει για τέσσερις. Καλοχτενισμένοι σκύλοι κοιτάζουνε πίσω απο τις φυλλωσιές και φέρνουν τούμπες στα γρασίδια σκεδόν κάθε φορά που περνώ.

Μετά, πλάι από το νεκροταφείο που κυκλώνει μια εκκλησία παράξενη(δε ξέρω τι θεό έχουν εδώ, σε τι αγίους πιστεύουν). Είναι ένα μνήμα εκεί. Παράξενο πολύ και λόγο δίπλα στις γκρίζες πέτρες δεν έχει. Είναι από τσίγκο και βαμμένα έχει με άσπρη μπογιά τρία ονόματα, εμένα μαρέσει. Στέκομαι για λίγο, και τα τρία αυτά χρόνια, κάθε φορά που περνώ, και συλλαβίζω στα σιγανά αυτά τα τρία ονόματα. Μετά το πρώτο φοβάμαι.


Είναι πατέρα θαμμένοι εκεί κάτι Ισπανοί ή Αργεντίνοι ή πράμα πιο δύσκολο να το σκεφτώ, αθρώποι απ τα βουνά της ξακουστής Βολιβίας. Μια από τις μέρες αυτές θα μπουκάρω μέσα και θα δω. Θα ανάψω και να κερί για του λόγου τους. Να ναι λες τα παιδιά τους μακριά; να περνά κανείς απ αυτό το τσίγκινο τάφο; Μετά συνεχίζω το δρόμο και μέχρι να φτάσω το σταθμό, μόνο αυτά τα τρία ονόματα σκέφτομαι. Τα συλλαβίζω να δω τι σημαίνει. Και κάτι φορές, να στο λόγο μου σου μιλώ, με πιάνει μια δύναμη απ το λαιμό, μια σκύλα, να χορέψω δυνατά να πηδήσω μέχρις τον ουρανό και ακόμη πιο πάνω φέρνοντας βόλτες και να σκορπίζω το χώμα τριγύρο μου.

Μετά μπαίνω στο τρένο και η σκέψις μου χάνεται λαχανιασμένη. Περνάμε ανάμεσα τα χωράφια με τις φράουλες και τους αρακάδες και μετά αναλαμβάνουμε τους μαθητές και τους εργάτες που πάν στις δουλειές τους.
 Δείχνω αυτή την κάρτα μηνιαίο εισιτήριο στον εισπράκτορα και μετά τηνε βάζω στη τσέπη.
Κοιτώ πάντα δύο φορές μήπως και πέσει, τη χάσω, και μετά κοιμάμαι μέχρι να φτάσω. Όσο προλάβω.




ΥΓ. Τώρα είναι σα να σε βλέπω να φυσάς τη στόφα απ τη σκόνη και μένα τζάτ να καψαλίζεις ψωμί. Έτσι μουσκεμένος από τη βροχή και καπνίζοντας αυτά τα φτηνά τα τσιγάρα σου. Πώς και τα αντέχεις ακόμα;


Γελάσανε και οι δυο ξανά και ξανά Και συμφωνήσανε πως να φυλάξουν το γράμμα να το έχουν και γιαυριο. Το βάλανε λοιπόν πάνω στο σερβάν, κάτω από αυτό το άσπρο πλεκτό να μη φαίνεται, που δε φτάνει ο μικρός και που είναι μέρος επίσημο και δε το ζυγώνει κανένας.

Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2013

Το Πρότζεκτ(μέρος πρώτο)

                                                                                    
                                                       


           



                                                        Το μαντρί




Χρυσίζουν η ελιές και τα πουρνάρια στο κάμπο, πηγενοφέρνει τις παπαρούνες ο αέρας και οι ραχούλες φυτρώνουν σα στήθια η σα μπράτσα απ τη γη. Κρα κρα ακούγεται μακριά ένα κοράκι. Κου κουου λίγο παραπέρα κελαδά μια κουρούνα, και πίσω, πίσω στις ραχούλες ακούγονται κάτι βελατά από πρόβατα σπαρτά. Από το δρόμο πέρνα ένα παλιό αγροτικό με σάπια καρότσα και δυο επιβάτες κατάκοπους και ιδρωμένους, να λαχταράνε λίγο φαγητό και ένα κρεβάτι να πέσουν Σηκώνουν χώμα τα αγόρια στο ποδόσφαιρο και τα κορίτσια δείχνουν τα φουστάνια τους και προσέχουν μη τσιμπηθούν στα αγκάθια που είναι σουγλερά.

Στο καταράχι, σε μια φωλιά από σφάλαχτρα κάθετε ο Φώτης, καπνίζει, φυσά τις μύτες του και ψεφτοκλαίει φαίνεται. Ξεφυσά και βήχει και αγναντεύει το κοπάδι που μοιάζει σα με βαμπάκια στη χλόη, ακούει λίγο τα τροκάνια και τον αέρα και κοιτά τον κάμπο βαθιά πέρα απ τη σκαλίτσα, πιο μακριά απ τη βόθουλα μέχρι που φτάνει το μάτι του στο ξακουστό όρος Ορθολίθι. Μπουμπουνίζει.

-Ενιακόσα μέτρα, μάλωνε εχτέ, η κορφή του από τη θάλασσα.
-Ο-χί, του έλεγε ο Μάκης ο τζίτζιλας με μανία, από χιλιόμετρο πάνω!
Και γαμωσταυρίζωνταν απανωτά.
-Να, να μη σώσω να βγω απ την πόρτα, φώναζε ο Φώτης και χτύπαγε στο μοσαικό του καφενείου το πόδι με αυτά τα άρβυλα που ταν μέσα στη λάσπη και το σκατό.
 -Εχει κριμένη και μια σπηλιά και είχε πάει παιδί ο Μπακάλης και είχε αφήσει μέσα ένα άλογο και ούτε ξάναρθε το Σταύρωμά του! Μου το λεγε: άκουγα το κύμα από κάτω Φώτη, την αρμύρα να έρχεται κι όλο φώναζα έλα έλα έλα, μα τίποτα το θεό του, μόνο χλιμίντραε κι έσερνε πέτρες το κατήφορο, Παύλο, Παυλάκι έλα έλα.
 Καταλαβαίνεις; Έφτανε η τρύπα στο νερό! Δε μποραε το ζώ να σταθεί στα πόδια.
-Ρε σάμπως όνειρα βλέπεις; ε; Χαϊβάνι είσαι καημένε;
-Πάμε, πάμε γαμώ τη Παναγία σου, πα να μετρήσουμε τώρα! ωρυόταν ο Φώτης.


Σηκώθηκε με κόπο, από αυτή τη φωλιά από σφαλαχτρο, τράβηξε μια τελευταία τζούρα από το τσιγάρο του και το στούμπιξε με τη μαγκούρα του στο χώμα, μια συνήθεια που την κουβαλάει μαζί του απ τα θερμά καλοκαίρια στον κάμπο, έτσι να μην αρπάξουν τα σπαρτά και τα πράματα. Ο αέρας του έριξε το σακάκι που είχε στις πλάτες του. Μαζώχτηκε και φώναξε δυνατά προς το κάμπο.
-Έπα, έπα, έπα!

Τροκάνια βαρούσαν πιο γρήγορα και πλημμυρίσαν σα χείμαρος τη ράχη. Τα βελατά πύκνωσαν και η μυρουδιά της κοπριάς σκέπασε το κρύο αέρα που πίσω του έσερνε τη βροχή. Πότισε η μυρωδιά τα λιθάρια και το κοκκινόχωμα. Σκέπασε το μονοπάτι που περνούσε μες τη νύχτα κιο το σκυλί το αδέσποτο, που του είχε ρίξει με αλάτι χοντρό στα πισινά ο  γιος του μπακάλη. Το ίδιο μονοπάτι που πάει η Μαριώ τις νύχτες πριν επιτεθεί στα κοτέτσια. Η Μαριώ με τη φουντωτή ουρά και τα σουγλερά δόντια, που όταν είναι χορτάτη ξαπλώνει τ' ανάσκελα και κοιτά τους σκορπιούς που πάνε και κρύβονται κάτω απ' τις πέτρες.

Ένα σμήνος πουλιά κράοντα περάσανε πάνω απ το λόφο και έπειτα πάνω απ το Φώτη. Τράβηξε τη συρματένια πόρτα να μπουν τα ζωντανά και φύσηξε τη μύτη του στον αέρα, η κακία του η συνήθεια αυτή ποτέ δε θα τον άφηνε. Άπνοια. Τα πρόβατα μπήκανε όλα, εξίντατέσσερα τον αριθμό, ένα πίσω απ τ' άλλο, μπουκλοτά, ξέξασπρα, βουκολικά, σα να πιάσανε το τελευταίο λιμάνι της ζωής τους. Τ´αρνιά βελάξανε για γάλα. Προυνια, προύνια, σιγοψιθύριζε ο Φώτης. Έλα έλα έλα μουρμούριζε η νύφη του. Μαυροντυμένη από τα εικοσιπέντε της, με ένα μωρό παραμάσχαλα, ορφανή και αυτή του λόγου της από πατέρα.

Σκούπισε λίγο τον υγρασία στο κούτελο με το τριχοτό χέρι της και ίσιωσε λίγο τα ψεφτομούστακα της αυθόρμητα. Κοκκινίσαν τα μάγουλα της σα ρόδια κι έσκυψε το κεφάλι.
-Αΐντε αΐντε Μαρία, βαντα από πάνω να ´ρμέξουμε νύχτωσε. Και τα βάραγε η Μαρία με μια βέργα, ανέκφραστη με ένα πρρρρ στα χείλια. Αμίλητη, άβουλη μόνο με να Τσαπρρρρ χαμηλότονο στο στόμα να της τυραννά την ανάσα.

Ο Φώτης κύλησε ένα λιθάρι τρεις φορές το κεφάλι του, φούσκωσε και ξεφούσκωσε για μια στηγμή μα ο χρόνος του δεν ήταν για χάσημο.Έκατσε στη μέση της πόρτας που χώριζε το μαντρί στα δυο και έβαλε εμπρός του την καρδάρα.
-Ελα Μαρία τι κανείς κοιμάσαι; Άντε μωρή μας πείρε η νύχτα! Και κουνήθηκε η Μαρία απότομα γλιστρώντας μες τη λάσπη και τη κοπριά. Φιλότιμο το όνομα της το μεσαίο. Έπεσε μέσα στη γλίστρα και τους βίκους.
Στηρίχτηκε στο υγρό χώμα και σηκώθηκε. Δεν έβγαλε άχνα, μόνο, έλεγε προύνια προύνια πρόγκαγε τα ζωντανά προς το στένεμα και πιπιλούσε λιγο αραποσίτι που είχε στις τσέπες της.
Οι προβατίνες μια μια περνάγανε από τα ατσούμπαλα χέρια του τσοπάνη, κι αυτός της άρμεγε τα μαστάρια τους και φανταζόταν στήθια γυναικεία, σφριγηλά, νεαρά. Κόρες που έβλεπε κάθε του αει Λια στο πανηγύρι στο Ορθολίθι. Καλοφτιαγμένες και χτενισμένες, πλυμένες με σαπούνι και κάτι φουστάνια κλαρωτά να φέρνουνε γύρους χορεύοντας. Δεν ήτανε κορίτσια αυτά, ήταν στοιχειά που τον τρέλαιναν.

Κάποιες απ της προβατίνες τρέχαν να φύγουνε, σα τη γυναίκα του όταν ήτανε νέα και την κυνηγούσε στα λαγκάδια να ερωτοτροπήσει.
Μμμρρρρ, μμμμμμ του έκανε και τον φασκέλωνε και με τα δυο της χέρια. Οχιά την είπε μια μέρα, γιατί χχχχχι του έκανε χχχχι σα το φίδι.

Καμιά δε πετύχαινε να γλιτώσει, ούτε τα ζώα ούτε η Ελένη. Τις τσάκωνε όλες από το πόδι το πίσω της τραβούσε άγρια και βλαστημώντας τις άρμεγε. Κάποιες άλλες πιο ζωηρές του βρομούσαν το γάλα. Μα αυτός ακλόνητος, άσπαστος!
-Το σταύρωμα σου ρουφιάνα, έλεε και γελούσε βαθιά μες το νεύρο του και με τη χούφτα του, σα κουτάλα που ήτανε, πετούσε έξω τη βρομιά και τη σπούρα.

Μια βροχή ξεκίνησε και κάθε σταγόνα ένιωθε στο κορμί σα Θάλασσα. Τόση είχε την κούραση πάνω του. Το άρμεγμα κρατούσε να πάρει τέλος. Και εκεί στα ξεβλάσταρα κάνει ένα τζάτ εκείνη η μπούτσκα και του χύνει μισή καρδάρα γάλα στο χώμα. Τις γράπωσε το πόδι αμέσως. Κοίταξε το γάλα να το ρουφά η λάσπη, να αλλάζει χρώμα να γίνετε αόριστο κι άχριστο. Δεν είπε τίποτα. Κοκκίνισε και ένιωσε το σατανά να ουρλιάζει ξόρκια μέσα του. Να άμα μου ζήταγε κανείς να πω τη ζώο θυμίζει αυτός ο τσοπάνης, που πριν από λίγο κάπνιζε και ψεφτόκλεγε καθισμένος πάνω στα σφάλαχτρα, αγναντεύοντας αυτόν τον κάμπο τον ατελείωτο, τον καιρό, και το μνήμα του γιου του στην απέναντι ράχη τότε θα απαντούσα ότι δε μοιάζει με κάποιο ζώο που ζει στην κοιλάδα η στο βουνό η κάποιο που ζει μακριά στις αφρικάνικες στέπες, μα με ένα θηρίο βγαλμένο απ την άβυσσο, ένα σμερδάκι που στοιχειώνει το βουνό πάνω απ το χωριό και βγαίνει σε άτακτο χρόνο να φα ότι βρεθεί έξω στο δρόμο του.

Ελέησον σατανά! Της λέει. Πόρνη! Πουτάνα! Βρυχάται από μέσα του της χτυπά μια στα τσιμεντολυθα να τηνε σκοτώσει. Τίποτα. Πόρνη! Ξανά βρυχάται και της δαγκώνει τη μύτη να τηνε φάει. Της σπρώχνει μια να φύγει, ητανε μάτταιο να προσπαθεί να τηνε φά με τα χέρια του γημνά. Εδώ θα μηλίσει μαχέρι.

                                                           














Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2013

Δείπνο στο ξενοδοχείο Elise 1.




Ήτανε αει φέρεις, σε διάφορα καμπαρέ και αλλά σκοτεινά χαμαιτυπεία στο  παρελθόν του. Δεν πάει και τόσος καιρός από τότε, μα πολλές από της παλιές συνήθειες και ενδιαφέροντα έχουν αλλάξει. Το ίδιο βεβαίως  και η απόσταση του ενός ανθρώπου απ τον άλλο.

Βρισκόμαστε σε ένα υπόγειο ξενοδοχείο μεγάλο να φιλοξενήσει, σε αυτό βέβαιος το ρημαγμένο εστιατόριο, περί τα 250 άτομα. Οι καλεσμένοι  είναι άνθρωποι. Μα μια κατηγορία που χρειάζεται επίβλεψη και προσοχή. Είναι σα να λέμε απ αυτούς τους ανθρώπους που άμα τους αμολήσεις λεύτερους θα φέρουν τη γης τούμπα.

Τίποτα κακό δε κάνουν αυτοί οι περίεργοι άνθρωποι, μόνο που η εμφάνιση τους και τα φερσίματα τους είναι απ το συνηθισμένο πολύ μακριά.
Στρίβοντας αριστερά από την κεντρική οδό της πόλης, σε να παράδρομο στενό και υγρό, βγαλμένο από άλλη εποχή, κάπου κοντά στα 1974 να μοιάζει το έξω του δρόμου, συναντά κανείς το υπόγειο ξενοδοχείο Elise. Απ έξω είναι σταθμευμένα λίγα αυτοκίνητα και η σκόνη, μαύρη, καλύβει τα πεζοδρόμια και τα καδρόνια που έχουν σφραγίσει τις πόρτες τον απέναντι καταστημάτων.

Ένα σκυλί περνάει κουτσό αφού κοίταξε δυο φορές μπρος και πίσω το δρόμο και μια γριά φτύνει απ τα μέσα της να ξαποστείλει τον νέο που περπατά προς τη δουλειά του αργός και νυσταγμένος.

Είναι παντού ο θεός. που σήμερα στέλνει βροχή, απαλή να κτυπά το τσίγκο και να κυλά πάνω σ´αυτά τα σκονισμένα καδρόνια που σφραγίζουν τις πόρτες των καταστημάτων. Υγρασία βαρά τον αει φέρει με όλη τη βία του νερού, μια μηχανή παλιά μόλις άναψε, βρομάει πετρέλαια και φεύγει βιαστικά.

Έτριψε έτσι τα μούτρα του και άναψε τσιγάρο. Τσαλάκωσε το πακέτο και το πέταξε αόριστα χωρίς να το σκεφτεί. Κύλησε λίγο αυτό και κιο το σκυλί έκανε έτσι και μύρισε.
Βάρεσε τη πόρτα του Elise με τη γροθιά του δυο φορές και περίμενε στο ψιλόβροχο και την υγρασία. Ποιος να 'νοιξει; σκέφτηκε. Η Ρίτσα; η Στέλλα, ο Νίκος; Σιγά που θα χ' έρθει από τώρα ο Νίκος.

Τρόμαξε από έναν άξαφνο ήχο στο βάθος του δρόμου. Μια φωνή βαθιά απ τα φαράγγια ακούστηκε να ξεψυχά μες τις ψιχάλες.
-Ελειειειειει, βρε σα-τα-να! φώναξε ο Νίκος που ερχότανε μες την ενέργεια.
-Ελειειειειει, βρε κατσαπλιά! βρεει, βρεει που σαι συ; ρώτησε με τα γέλια μέχρι τα αυτιά ο αει φέρεις.
-Τι έγινε ρε; είπε ο Νίκος και έκανε πάσα μια μισοκαμένη τζιβάνα. Πάρε ψιλή, έχω κι άλλο για το φόρτο αργά, είπε και τα μάτια του κολλήσανε κάπου ανάμεσα στα μάγουλα του αει φέρει και μύτη του που έτρεχε.
-Αααα, γεια στα χέρια στου μάστορα, είπε και κατάπιε το καπνό σαν άλλο ερπετό της άγριας ζούγκλας.
-Βάρεσες τη μπόρτα ρεει; είπε και χτύπησε με τη γροθιά του άλλες δυο φορές.
-Αμε, βάρεσα πως δε βάρεσα. και γέλασε με όλη του την καρδιά.
-Α, καμένε μου, είπε ο Νίκος και γελάσαν και οι δυο μέσα σαυτό το στενό, κάτω από τη ψιχάλα και την υγρασία.

Ένα βρέφος ακούστηκε να ξυπνά και μια μάνα, ζεστή και χτενισμένη, ξενύχτισα ξέντυσε το κορμί της και άφησε όλο τον κόσμο να της χαϊδέψει το δέρμα.

Η Πόρτα του Elise  άνοιξε με ένα σπασμό και να τρίξιμο. Καλημέρα είπαν και οι δυο με ένα στόμα και ένα χαμόγελο ισχνό να τους καλύπτει τη νύστα.

Η Ρίτσα δε μίλησε μόνο στάθηκε εκεί σα το άγαλμα να τους κοιτά σοβαρή κρατώντας το πόμολο αυτής της κόκκινης πόρτας. Γύρισε τη πλάτη και κατέβηκε τις σκάλες. Ο Νίκος και ο αεί φέρεις ακολούθησαν με το κεφάλι σκυφτό και τη ζέστη να τους βαράει τα πρόσωπα.
















Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

Ο μικρός και ο κορκόδειλος.




Δεν ξέρω τι διάολο με έπιασε και δε μπορώ να καταλάβω τι συμβαίνει. Δεν έχω αυτιά νακούσω και τα μάτια μου χάσαν το βλέπω τους. Δε θυμάμαι πολλά απ το πριν, μόνο, μόνο πως τραγουδά ο κορκόδειλος θυμάμαι καθαρά. Οδηγούσα λέει. Δε ξέρω άμα ήτανε όνειρο η κάποιο αστείο, είμαι σίγουρος πάντα ότι έμοιαζε κάπως, η κάτι λίγο πιο κοντά σε ζωή Οδήγαγα  με το γιο μου πλάι να κάθετε σε να καρεκλάκι αμαξιού. Ταξιδεύαμε λέει μέσα στα βόρεια δάση, στα καταπράσινα, με αυτό του λουλακί αυτοκίνητο.  Βότσαλα τεράστια  ήταν κριμένα μες τα δέντρα και κάτι  μικρούλες ακρίδες πηδάγανε πλάι μας σα να μας ακολουθούν.
 
Νομίζω, ότι μέσα από τους ήχους της πιπίλας που βύζαινε, μοιάζαν τα μάτια του να ακολουθούν  τα τοπία που φεύγανε γρήγορα γύρο μας και αυτές τις αστείες ακρίδες να πηδάνε ξοπίσω μας.

Γύρισε και μου χαμογέλασε και αμέσως χωρίς να περιμένει κάπγοιο αντίκρισμα κοίταξε έξω. Δεν είχαμε, ούτε εγώ ούτε αυτός, κάψα για πάρλα. Εγώ ποτέ μου δεν είχα. Αυτός ελπίζω να έχει όταν θα γίνει μεγάλος. Άνοιξα το ράδιο και έβαλα ειδήσεις. Η ώρα πλησίαζε δώδεκα. 

Η παραγωγός εκφώνησε τις ειδήσεις της μέρας. Κάπου άκουσα τις λέξεις Ελλάδα, λεφτά και μια φράση περιληπτική της άσχημης κατάστασης κάτω. Μέσφιξε η καρδιά μου και τα χείλια μου. Παραλίγο δε να ξεχάσω το δάσος αυτά τα τεράστια βότσαλα και τις χαριτωμένες ακρίδες. Και μέβαλε για λίγο το κεφάλι μου να φωνάζω και γω πλάι στους δασκάλους, τους επιστάτες και τους μαθητές. Έφυγες είπα. 


Αφήσαμε το αμάξι σε μια καβάτζα παράλληλα με ένα επαρχιακό δρόμο και πήγαμε λίγο περπάτημα μέχρι τη λίμνη. Πίσω μας είδαμε τις ακρίδες να τρέχουν το δρόμο τους και να μας χαιρετούν χοροπηδηχτά. Ο μικρός πήγε να πει και του τράβηξα την βυζανιάρα απ το στόμα. Την έβαλα στην τσέπη. Θάλασσα είπε. Και με χαστουκίσανε όλα τα κύματα του αργολικού κόλπου μαζί. Μου κάψε η άμμος τα πόδια μου και το ρίγος με πήρε συθέμελα. Θες να πάμε στη θάλασσα ρώτησα. Κι αυτός κούνησε το κεφάλι καταφατικά. Θα πάμε είπα και συμφωνήσαμε και γω και αυτός με μια σιωπή.

Περπατήσαμε για λίγο δίπλα από τη λίμνη που ναι στο δάσος και μετά συμφωνήσαμε να πάμε πίσω στο αμάξι. Κουραστήκαμε και οι δυο μας από το ποδαρόδρομο και μου ζήτησε να τονε πάρω στην πλάτη. 

Στο δρόμο πίσω όλα μοιάζανε αλλιώτικα. Τα τεράστια βότσαλα χάθηκαν και στη θέση τους ήταν αγριόχορτα και καλοβαμένες άσπρες γραμμές του επαρχιακού δρόμου. Το ράδιο έπαιζε ένα γλυκοτράγουδο του James Blunt και αυτό το ατελείωτο βόρειο δάσος, τώρα ήμουν σίγουρος, θα τελείωνε σύντομα.

Ο μικρός με κοίταξε και ξεφώνισε την ιδιότητα μου δυο τρις φορές μέχρι να με προσγειώσει στο κόσμο. Κορκόδειλος μπαμπά είπε. Που ναι ο κορκόδειλος Σταύρο; Και μου δειξε το ραδιόφωνο και αυτόν το τραγουδιστή που μόλις είχε χάσει την ανθρώπινη του υπόσταση και είχε γίνει ένας πράσινος αιμοβόρος κορκόδειλος, που δε του αρέσουν τα χάδια.

 

Σάββατο, 7 Σεπτεμβρίου 2013

Η Πόλη της Φωτιάς(μέρος πρώτο)






Εκεί, στη μέση της πέτρινης έρημος απλώνετε η μητρόπολης, η άλλοτε υπερδύναμη ανάμεσα στης τέσσερις πόλης, τώρα ένας νεκρός μύθος, ένα άδειο γιγάντιο κουφάρι από τσιμέντο και σίδερο.
Εκεί που στο παρελθόν υψώνονταν δέντρα, ανάμεσα στα πανύψηλα κτίρια (σαν κι αυτά που ξύνουν τη κοιλιά του ουρανού) υπόγειες συγκοινωνίες, κίνηση αυτοκινήτων, λωρίδες για τα δημόσια λεωφορεία, ποδήλατα, πολυπολιτισμικά εστιατόρια και μεσιτικά γραφεία. Μουσικά στέκια, θέατρα, γήπεδα και σχολεία ξεπετάγονταν μέσα απ τα δέντρα και το πράσινο και τα νερά και τις λίμνες που ητο σπαρμένες μες την Πόλη της Φωτιάς.
Κι ο ουρανός, αυτός ο ουρανός απλωνόταν κι αυτός σαν μια γέφυρα για το αλλού και χαιρότανε με την ακμή της.

Φασαρία έκανε ο κόσμος της. Φωνές και γρήγορος ρυθμός στο περπάτημα έξω από καταστήματα ρούχων, μικρών καφέ και κέντρων αλληλεγγύης.

Μα αυτά ανήκουν στο πριν. Τα κτίρια της πόλης ξεφυτρώνουν τώρα μέσα από μια ομίχλη κάτασπρη, και τα δέντρα που στέκουν στο πλάι τους σαν καμένα σπίρτα είναι κατάμαυρα. Τα αγριόχορτα κάλυψαν τους δρόμους της και τα αμάξια εδώ και εκεί μοιάζουν έτοιμα να μπουν και πάλι σε κίνηση. Μα αυτό είναι μόνο μια ψευδαίσθηση που φτιάχνει η θέση τους. Αφημένα σα να ήταν ξαφνικά από τους οδηγούς τους, σα να έτρεξαν να ξεφύγουν από το μεγάλο κίνδυνο που έσφιγγε γύρω τους. Καταστήματα με ρημαγμένα καθίσματα και σπασμένες τζαμόπορτες, διαμερίσματα ακατάστατα με οτι αστικό χρειάζεται πεταγμένο αδιάκριτα χάμω και της δημόσιες υπηρεσίες σφραγισμένες με μολιβδοσφραγίδα και ξεθωριασμένη τη δικαστική εντολή.

Τώρα έχει επιβληθεί η σιωπή. Δε σαλεύει  πράμα, ούτε κάποιος βιάζεται να πάει στη δουλειά του. Δεν έχει έγνοια ο καφετζής μη και χυθεί ο καφές του, και ο πωλητής ασφαληστιρίων ζωής να ανακαλύψει καινούριες στρατηγικές πώλησης.


Βρέχει στην Πόλη της Φωτιάς. Αργά και σταθερά πέφτουν οι ψιχάλες η μια πίσω απ την άλλη, η μία πάνω στην άλλη. Μουσκεύουν τις στάχτες και μια παιδική ζωγραφιά που είναι σκόρπια έξω από τον παιδικό σταθμό της οδού 46. (Πρέπει εδώ να σας πω ότι οι δρόμοι στην πόλη της Φωτιάς ονομάζονταν με αριθμούς. Για παράδειγμα ο παιδικός σταθμός που εξυπηρετούσε τη περιοχή Άλσος στεγαζόταν στην οδό 46 αριθμός 4).
Είναι ζωγραφισμένη από την Χλόη. Κόρη της Ζωής και του Νίκου που έζησαν σε ένα άνετο διαμέρισμα κάπου στο άλσος(περιοχή αρκετά μακριά από το κέντρο της πόλης, εκεί κατοικούσαν πολλές οικογένειες και λίγοι συνταξιούχοι). Η Χλόη είχε γυρίσει εκείνη τη μέρα χαρούμενη από το σταθμό χοροπηδώντας και κουνώντας τη ζωγραφιά να την δείξει στη μαμά που περίμενε στο σπίτι μαγειρεύοντας. Ο Νίκος και η Ζωή την βοήθησαν να βγάλει τα παπούτσια της και τη ζακέτα της. Να πλύνει τα χέρια της και να καθίσει σε αυτό το κάτασπρο καρεκλάκι δίπλα από το τραπέζι της κουζίνας. Το δίχως άλλο η Χλόη ξεκίνησε να εξηγεί τη ζωγραφιά της καθ όσο οι γονείς της χαμογελαστοί έστρωναν το τραπέζι για φαΐ.
Έδειξε το μπαμπά, τη μαμά και μια στρουθοκάμηλος που στεκόταν λίγο πιο δίπλα τους.
Και απόρησαν και οι δυο γονείς με αυτό το μεγάλο μπαλόνι που αιωρούνταν στο βάθος πιο πίσω τους.
Μα η Χλόη δεν άφησε καμία ερώτηση αναπάντητη. Τους τα εξήγησε όλα αυτονόητα.

Και γεμάτη χαρά τρεχογύριζε από την κουζίνα μέχρι το καθιστικό, μέχρι που οι γονείς ένιωσαν την έγνοια και τον κίνδυνο να τους σμπρώχνει κατάμουτρα. Μα τίποτα δε συνετούσε τη Χλόη απ τη μέθη της. Τίποτα δε σταμάτησε αυτή τη ροπή της να κατοικεί μόνιμα σ' αυτό το μεγάλο μπαλόνι μαζί με αυτή την άσχημη στρουθοκάμηλος και τους δύο γονείς της.

Βρέχει στην πόλη της Φωτιάς. Η βροχή μουσκεύει τώρα αυτήν την παιδική ζωγραφιά και κάνει τα χρώματά της όλο ένα να σβήουν μαζι με το νερό ανάμεσα στης χαραμάδες του δρόμου και να στάζει σταθερά, το χρώμα τους το άλλοτε ζωηρό, στις αποχετεύσεις της πόλης.

Δύο κορμιά, μια γυναίκα και ένας άντρας, είναι ξαπλωμένα στο κέντρο της πόλης της Φωτιάς. Κοιτούν ο ένας τον άλλο. Τα πρόσωπά τους είναι κοντά και τα κορμιά τους δείχνουν να αναπνέουν. Η γυναίκα παρατηρεί το νερό που κυλά στο πρόσωπο του άντρα. Οι σταγόνες πέφτουν ασταμάτητα και φτιάχνουν μικρές εκρήξεις στα μαγουλά του και στους κροτάφους του. Όσο για τη μεριά που είναι πατικωμένη στο δρόμο, λασπωμένη είναι και βρόμικη. Γύρο τους τα κτίρια παρατηρούν επιβλητικά και με δέος.

Η γυναίκα σηκώνετε και περπατά αργά. Σαν να έκανε τη βόλτα της σε αυτή την Πόλη, στην ακμή της, σαν κάποιος επισκέπτης σε καλοκαιρινές διακοπές η κάποιος που είχε μόλις βρει μια δουλειά και μετακομίσει εκεί.
Προχώρησε την οδό 4 πέρα μέχρι τη διασταύρωση με την οδό 13. Πάνω στο κορμί της η βροχή έδειξε να σταματά. Ο άντρας γύρισε ανάσκελα στο δρόμο και έβηξε έτσι άρρωστα. Σα να ήθελε να βγάλει από μέσα του ένα κακό δαίμονα.
Κοίταξε τον ουρανό που σκοτείνιαζε και τη βροχή που λάβαινε τέλος μέσα από τους ουρανοξύστες της πόλης. Πάτησε στα πόδια του και κοίταξε τη γυναίκα να χάνετε πίσω από τη γωνία του τετραγώνου. Ξεκίνησε και αυτός αργά να ακολουθεί τα χνάρια της που φαίνονταν ξεκάθαρα στα λασπωμένα μέρη του δρόμου.









Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

Οι Δυο




Περπατάγαν κι δυό ανάμεσα στα φουντωμένα αγριόχορτα και τα καλάμια. Γύρο βούιζε ο τόπος ολος. Έτσουζε η τσουκνίδα όπου ακούμπαγε και τα όρνια γυροφέρνανε πάνω από την καυτή έρημος. Η ζέστη βαρούσε κατάλευκα τη Σοφία, και οι δύο το δρόμο τους.

Στάθηκε ο πρώτος και κοίταξε τα έντομα. Σταμάτησαν όλα. Ήρθε η άπνοια να τα παύση όλα εκτός απ τον ήλιο. Ο δεύτερος δε σάλεψε, είχε παγώσει το αίμα του. Κάποιες απ της μέλισσες στάθηκαν στο μάγουλο του και άλλες στα χέρια του. Άλλες πετούσαν αόριστα γύρο τους. Και σπάνια λίγες, που ήταν από της άλλες περισσότερο αδιάφορες, γλείφαν το νέκταρ που κυλούσε άφθονο μες τα μπουμπούκια.

Κράταγε γερά και κόλλαγε το πιγούνι με τα μούσια του ανάμεσα στα σίδερα. Μες τα τσιμέντα, κλεισμένος στενά. Έμαθε να κοιτά έξω μόνο από της γωνίες που του έδειχνε το παράθυρο του κελιού του. Έπαψε να μιλά στους περαστικούς, να ακού την καμπάνα και να μυρίζει το ψωμί. Νόμιζε έγινε μέλισσα που πέταγε 'δω και 'κει να μαζέψει το νέκταρ. Όλες της μέρες του χρόνου. Ποιος λόγος να τον έφερε εκεί;

Ντόρος πολύς για αυτήν την κατάσταση. Κουβέντα που άναψε για μερικές εβδομάδες από την πιο μικρή αυλή και μποστάνι μέχρι και την λειτουργία της Κυριακής. Το όνομα του παντού και η ιδιότητά του το ίδιο. Πήραν απόφαση και τον ρώτησαν, ήταν περίεργοι να δουν το κάτι δεν πάει καλά του.

Ορίζοντες είπε αυτός. Μήκη και πλάτη, ουρανοί και στεριές μαζί με τον αέρα και το φως. Ημέρα και νύχτα ασταμάτητα. Τους κοίταξε και ήτανε σα να σταμάτησε αυτή τη ροπή προς το μέρος του, αυτό το ξαφνικό προς τα εμπρός τους. Κοίταξαν έξω απ αυτό το τέλειο άνοιγμα του κελιού του.


Ο δεύτερος σα το θεργιό τράβηξε τον πρώτο απ τον ώμο Τα έντομα συνέχισαν τη βοή τους, αυτό το πήγεν έλα το αιώνιο. Τον κοίταξε μέσα στα μάτια σα να κοιτούσε πίσω στα χρόνια. Τράβηξε απ την ζωστήρα του ένα σουγλερό σουγιά και τον έμπηξε βαθιά μες την καρδιά του.


Δυο μέλισσες πλησίασαν βιαστικά προς το μέρος του και ο πρώτος σωριάστηκε στο χώμα. Τον χαιρέτησαν με νόημα και σκέρτσο, και η μια, πιο θαρραλέα, του ψιθύρισε στο αυτί για το μυστικό ποτάμι που περνά κάτω απ το χωριό. Αυτός δεν άκουγε τίποτ' άλλο από ένα ζουζούνισμα μέσα στ' αυτί του, μα ύστερα ξεχώρισε τα λόγια αυτής της κόρης του ήλιου και της Ανθής.

Έριξε με κόπο τον πρώτο στη ράχη του( στο δρόμο για το ποτάμι, ο πρώτος, στράγγιξε απ όλα τα υγρά)και ακολούθησε πίσω από αυτές της δυο μέλισσες που δείχναν το δρόμο μέσα από τα φουντωμένα αγριόχορτα. Φτάσαν, με το περίμενε του να κινείτε σε κάποια άλλη στιγμή, κοντά σε αυτό το ποτάμι που έτρεχε παχύ και ακατέργαστο μέλι. Του 'καναν νόημα να ρίξει το τάχιστο το κουφάρι που κουβαλούσε επάνω στη ράχη του.

Βούλιαζε αργά μες το μέλι που του σφράγιζε κάθε επιθυμία γι' αέρα. Μέχρι που έφτασε στον πυρήνα του ποταμού, εκεί που το ρέμα κυλάει ασταμάτητο. Εκεί που οι στρόβιλοι ασκούν δυνάμεις ανώτερες.
Τονε πείρε για μίλια. Τo ταξίδι του μέσα από νερά, χειμάρρους και ρυάκια, δέλτα ποταμών και άριστες αποχετεύσεις μεγαλουπόλεων . Ώσπου μια μέρα ξύπνησε μες σε αυτό το στενό κελί του. Έπλυνε το πρόσωπο του, ξυρίστηκε και φόρεσε αυτή την καρφίτσα στο πέτο του. Μια κιτρινιάρα σταγόνα ξερή απ το χρόνο με αμέτρητες φυσαλίδες αέρα.  Έτσι με τη στολή αυτή παρουσιάστηκαν στην εκκλησία, οι δυο, αυτό το πρωί Κυριακής.


Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

Το μυρμήγκι

Το μυρμήγκι. Τι τέλεια μηχανή. Έξι πόδια η οκτώ δεν ξέρω σίγουρα, πάντως με τίποτα τέσσερα. Τεθωρακισμένο και συμπαγές, πανίσχυρο. Πολλοί θαυμάζουν τις αρχιτεκτονικές του ικανότητες, άλλοι το σύστημα επικοινωνίας του. Ξέρεις αυτά που κάνει με τα χημικά και μ'αυτά. Πως κλείνει το μάτι κανείς άμα κάνει καμάκι κι έτσι. Χημεία. Τέλος πάντων το έπιασε στα δάκτυλά του αυτό το μωρό κι αυτά και το κοίταξε δηλαδή πρώτα σα να 'ναι σβηστό χωρίς σκέψη ρε παιδί μου ασούμε.


Αυτό το μεγάλο παχουλό μωρό δηλαδή. Ξυπόλυτο χωρίς παπούτσια κι αυτά. Ξεκίνησε να το ζουπάει δηλαδή αλλά του λένε σταμάτα κι αυτά και σταμάτησε για λίγο αλλά (;). Μου φάνηκε σα να ναι κακό το μωρό. Αλλά δε σταμάτησε αυτό, το μωρό δηλαδή, και το μυρμήγκι ξεκίνησε να χτυπιέται και τα λοιπά και να κουνάει τα πόδια έτσι υστερικά δηλαδή και πέταγε και αυτά τα χημικά να μην πάνε άλλα μυρμήγκια και τυραννηθούνε δηλαδή. Του είπανε σταμάτα ρε παιδί μου το πονάς δηλαδή δε καταλαβαίνεις; Αλλά που;

Εγώ τώρα, τον ήξερα το ένα γονιό και ότι ήταν ευέξαπτος κι έτσι και ότι έπαιζε με τι φωτιά το παχουλό μωρό κι αυτά. Τον άντρα δηλαδή έτσι με τη μάνα του που να τηνε ξέρω γω τη γυναίκα κι αυτά . Κάτσανε δίπλα του η μάνα του πήγε και ο αυτός που ήξερα, ο πατέρας του δηλαδή και ρε χρυσέ μου ρε καλέ μου κι αυτά αλλά που;
Το κάθε τι του τάξανε, ρε να μη παραδίνεται με καμία κυβέρνηση και συλλάβιζε όλο ένα:
-Μυ-μή-γκι.
Και γέλαγε και αυτά, που να ξερε τώρα όμως, το φοβέρισε λίγο ο πατέρας του κι έτσι και λίγο μάσησε το μωρό και αυτά.

Τελικά του τραβάει μια δαγκωνιά το μυρμήγκι στο δάκτυλο το καλό, απ ότι μου είπε δηλαδή ο πατέρας του μετά, και ένα κακό μια φασαρία δηλαδή, άσ'τα. Μάτωσε; πρέπει να έτρεξε λίγο αίμα κι αυτά αλλά ντάξει το φτιάξανε και τα λοιπά. Το είδε μετά ο πατέρας το μυρμήγκι που έφευγε έτσι έσουρνε τα πόδια τα πίσω δηλαδή και μη σου πω τι του έκανε. Τέλος πάντων, άφησε αυτό πίσω του τώρα τα χημικά και τα αυτά μην πάνε και τα άλλα μυρμήγκια κι αυτά και ταλαιπωρηθούνε τώρα με αυτό το μωρό το παχουλό κι αυτά και κείνο τον πατέρα του το τσαντίλα να πούμε. Τώρα τι να σου πω; ζει δε ζει κείνο το μυρμήγκι δε ξέρω.

Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

Οικογενειακές Ιστορίες 1



Στο δρόμο από κάτω ακούγονταν τα τζιτζίκια που σκάζανε και κάτι λιγοστά αυτοκίνητα που περνούσαν σα τσούρμο κάθε δέκα λεπτά ένα τέταρτο. Ο δήμος επέλεξε να αρχίσει τα σκαψίματα για την ανανέωση των υδραγωγών ντάλα καλοκαίρι, ταλαιπωρώντας τους οδηγούς με μεγάλες ουρές, αφήνοντας πού και πού λίγα από τα τροχοφόρα να περνούν απ το φύλακα που ήταν διορισμένος να ελέγχει την κίνηση, με αυτό το κατασκισμένο κόκκινο σημαιάκι του, και τους υπόλοιπους πολίτες με συχνές διακοπές νερού σε ώρες που δεν χαροποιούσε -ιδιέτερα- τις νοικοκυρές και τους εστιάτορες της πόλης.

“Αμάν η κατάντια μας ρε πούστη μου” είπε ο Σταύρος, ένας μεσήλικας με μεγάλη κοιλιά και φαλάκρα, βγαίνοντας απ το μπάνιο με μια πετσέτα τυλιγμένη τριγύρω του.
“Tι δεν έκανες μπάνιο;” ρώτησε η γυναίκα του που έβγαζε μόλις το φαγητό απ το φούρνο

“Βλέπεις να έκανα μπάνιο Μαρίνα;”Είπε εξοργισμένος χτυπώντας την πόρτα της κρεβατοκάμαρας πίσω του.
“Αμάν η γκρίνια σου με έφαγες μ'έφαγες!”Είπε ξεφουσκώνοντας εκείνη και σταυροκοπήθηκε. Πήγε προς το μέρος της βρύσης και ανοιγόκλεισε τρις -τέσσερης φορές. Τίποτα. Μόνο κάτι ήχοι αέρα ακούστηκαν μα ούτε σταγόνα νερό. Η Μαρίνα, έμπειρη από διακοπές νερού, θεώρησε καλό σημάδι τους ήχους. Αυτό έδειχνε ότι το νερό σε λίγη ώρα θα έρθει.

Ο Σταύρος βγήκε από το δωμάτιο φορότας μια μπλε βερμούδα που είχε πάρει δώρο μαζί με μια εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας. Βγήκε στο μπαλκόνι και αμέσως μπήκε στην κουζίνα κρατώντας στα χέρια του πέντε τομάτες. Έβγαλε από το ψυγείο κάτι σαρδέλες παστές που είχε φτιάξει μόνος του από τα προχτές, έχυσε ένα ποτήρι ούζο και ξεκίνησε να κόβει τη σαλάτα.
“Tι έτσι άπλυτες θα τις φας;” Είπε αυτή σουφρώνοντας τα χείλια και τα φρύδια της.
“Πώς να τις φάω μωρή; βλέπεις να χουμε νερό;”
“Τι να σου πω ανθρωπέ μου” Είπε η Μαρίνα σιχτίρισε λίγο και φώναξε:
“Τρίφωνα, Τριφωνάκοοοο έλα έλα να φας φαί”
Τότε από το σαλόνι ξεπρόβαλε νωχελικά ένα γέρικο πεκινουά με τι γλώσσα να σέρνετε στο πλακάκι αφήνοντας πίσω του μια γραμμή σάλιου που στέγνωνε σχεδόν αυτόματα. Στάθηκε εκεί λίγο και κοίταξε, με τη γλώσσα να κρέμεται και τα μάτια να κοιτούν απ τη μία το Σταύρο και από την άλλη τη Μαρίνα.
Έριξε τη μούρη του μες το δοχείο του και έφαγε λαίμαργα κάτι αποφάγια τεσσάρων ημερών που του είχε βάλει η Μαρίνα χωρίς δίλημμα Ήπιε νερό μανιακά και δεν τινάχτηκε ούτε για αστείο.
Έπεσε κάτω από την πρώτη καρέκλα που συνάντησε και έμεινε ακίνητος για λίγο ώσπου σε μια στιγμή έσβησε.

Η Μαρίνα άνοιξε την τηλεόραση, κοιτάζοντας πρώτα να βρει το κόκκινο κουμπί στο τηλεχειριστήριο σχεδόν τρία λεπτά. Έπειτα πήγε από το σαλονάκι στην κουζίνα σταματώντας πρώτα να πάρει τον αναπτήρα και ένα μισοκαμένο στριφτό τσιγάρο πάνω από το τραπέζι που χωρίζει τα δύο δωμάτια. Μοιραία τρόμαξε το σκύλο που είχε πέσει προ ολίγου για ύπνο. Άναψε τσιγάρο και πήγε εκ νέου προς τη βρύση.
“Αμάν μωρή, αμάν, πάφα πούφα, πάφα πούφα. Το διάολό μου!” Μουρμούρισε ο Σταύρος και έβαλε τη σαλάτα που είχε φτιάξει στο τραπέζι.
“Άντε ρε από κει” Είπε εκείνη σχεδόν σιγανά και άνοιξε τη βρύση. Τότε ακουστικέ ένας ήχος σαν από εξάτμιση παλιού αυτοκινήτου και από τη βρύση ξεχύθηκε ένας χείμαρος νερού.
“Να ήρθε!”Είπε η Μαρίνα με απάθεια.

Ο Σταύρος κούνησε το κεφάλι πάνω κάτω, ρούφηξε μισό ποτήρι ούζο και έκατσε.
“Άντε βάλε τραπέζι!” Είπε βιαστικός.
“Σκάσε ρε σκάσε! Αεί στο καλό παλιόγερε” Είπε η Μαρίνα και ξεκίνησε να σερβίρει το φαγητό με αυτό το μισοκαμένο τσιγάρο στο στόμα.

Η τηλεόραση έπαιζε δυνατά Ειδήσεις μεσημεριανές. Μια ξερακιανή φόλα, που την έλεγε ο Σταύρος χαμογέλασε και αναφώνησε το γλοιώδες και προκλητικά ψεύτικο “καλό μεσημέρι κυρίες και κύριοι”.
Έπειτα η κίνηση η μεσημεριανή, που τη ρύθμιζε αυτός ο κουρελής δημόσιος τροχονόμος σταμάτησε. Ο ήλιος δεν έκαιγε Τα τζιτζίκα νέκρωσαν και οι μαθητές, που ιδρωμένοι μες τον ήλιο παίζαν ποδόσφαιρο, κρύφτηκαν πίσω από χαραμάδες και κάτω από το τσιμεντένιο υπόστεγο.
Οι μαργαρίτες και οι πασχαλίτσες και το ξερό κορμί του φιδιού, τα πήρε ο λίβας. Μακριά.
Και μετά:
Γέμισαν οι δρόμοι τρομερούς ευπατρίδης κλόουν που κερνάγανε κρέατα ωμά μονό τη φάρα τους. Λορδομένοι λοιδορούσαν τα σκυλιά, περπατούσαν όλοι μαζί σαν αγέλη από θηρία, στρατόκαβλα, μόνο γι' αυτούς, για τη φάρα τους. Φωνασκούσαν με της παλάμες υψωμένες προς τον ουρανό μόνο γι' αυτούς, και πίσω τρέχανε αίματα χάρη στη φάρα τους κέρασμα στη πουτάνα τη φάρα τους. Τα πουλιά στα δέντρα γυρίσαν το βλέμμα τους και ουρλιάξανε το κύκνειο άσμα του όχι! και αμέσως η φάρα η ζουρλή αυτή, αυτό το φτύμα το απότροπο διέταξε το στραγγαλισμό τους τα πάραυτα. Οπλίσατε αρμ! Κυματίζαν σημαίες με κοντάρι κοφτερό λεπίδι και όλοι γελούσαν με ειρωνεία περίσσια εμπρός απ τη γυναίκα, εμπρός από τον Άλκη που κρυφοκοιτάει ταγάρια. Τους κρέμασαν κι αυτούς ρίχνοντας τα σκοινιά πάνω σε αρχαίες κολόνες και γύρο από τα καμένα κουφάρια τους -χορέψε η φάρα ετούτη η ληπηρη-ενα χορό ανόητο, άμουσο και δε σταματούσαν να θερίζουν να σπέρνουν όπου βρουν τον όλεθρο και το μίσος τους. Η φάρα τους, η κακομούτσουνη άχρηστη φάρα τους, που καρπαζώνει τον αδύναμο, κριμένη πια πίσω από ένα κουστούμι καλοραμμένο στα μέτρα της, με ένα όπλο στη ζωστήρα, με τη σφαίρα στη θαλάμη έτοιμη από καιρό να φουντώσει φωτιές που εδώ δε χωρούνε, με το γέλιο γέλιο φιδιού, με το παράστημα του δολοφόνου στρατιώτη και με όλη την αμάθεια και τη διχόνοια που είναι μπηγμένη στο μέσα τους σκοτώσαν το Μωχάμετ, άκουγε σε άλλο Αλλάχ λέει, να φύγει. Κάποιον φτωχό που το αφεντικό τονε είπε Νίκο, γιατί ξένα ονόματα δε μπορεί να συλλαβίσει η φάρα αυτή η λυπηρή, και από δω και μπρος Νίκο σε λένε, που στο Μπαγκλαντές τονε βαφτίσανε χέρια πατρικά, με τη μάνα στολισμένη σα σημαία πολύχρωμη και μπρος από θεούς αρχαίους και με ένα όνομα αλλιώτικο που φοβάσαι και ντρέπεσαι εσύ που με ακούς να το προφέρεις μη το πεις λάθος, μη μας πάρει με κακό μάτι ο άνθρωπος μη πει δεν τον θέλουμε, τονε κλείσανε τον κακόμοιρο σε ένα κελί να ψένετε αργά να πεθαίνει και φύγανε. Η φάρα τους. Η πουτάνα η φάρα τους. Παιδάκια σε σχολαρχείο φασιστικό. Διδάξανε, οι ζουρλοί αυτοί κλόουν, τις αξίες της φάρας τους. Της χαμέτιπης φάρας τους. Σηκώσανε τσιμέντα τριγύρω παντού αυτοί οι επικίνδυνοι τσαρλατάνοι, απέκλεισαν και φίμωσαν οποιωνε κοίταξε λίγο λοξά. Πετάξανε έξω απ το σπίτι του οποιωνε του ήρθε στο στόμα ένα μα; και επιβάλανε βηματισμό τρανό και μεγαλοπρεπή-σαν και της φάρας τους- σε όλους τους πολίτες, στο Σταύρο, τη Μαρίνα τον Άλκη. Σ'αυτό το ταπεινό διορισμένο για το -έργο- τροχονόμο. Και ακόμα και στα τραγούδια των πουλιών επέβαλαν φόρο. Έτοιμοι από καιρό, όπως και η σφαίρα στη θαλάμη του όπλου τους, ξεπουλούν τα μωρά τους. Κρέας με το κιλό πωλείτε σε τιμή ευκαιρία, μόνο για σένα που είσαι της φάρας μου. Το μόνο που θες για να φας λίγο ψωμί, λίγο νερό κρύο, είναι να είσαι της φάρας αυτής της λυπηρής, της τραγικής, της βέβηλης φυλής. Απόγονος αυτού του αρχαίου προδότη Εφιάλτη.

“Α' στο διάολο κλεισ'τη να φάμε την παναγία μου” είπε ο Σταύρος, όχι όμως με οργή η παραξενιά η κακία. Μόνο με ένα κόμπο βαρύ από καιρό στο φάρυγγα, πιο κάτω.
“Αει σιχτίρ μ'αυτή τη βαβούρα”
“Τώρα την κλείνω, τώρα τώρα την κλείνω.” Είπε η Μαρίνα χαμηλά, με αγάπη με μπουκωμένο το στόμα ψάρια και πικρούνες.
Για λίγο ακούστηκαν απ έξω να κελαηδούν δυο πουλιά και άλλα δυο μαλώνανε για λίγα κομμάτια ψίχουλα στο μπαλκόνι της κουζίνας. Από πίσω τους σιγοντάριζαν μια ντουζίνα τζιτζίκια. Η βρύση έσταξε μέσα σε ένα φλιτζάνι βρόμικο από καφέ, παρατημένο εκεί απ το πρωί και αυτός ο σκύλος ο βαρύς ζητιάνεψε λίγο στο πλάι τους.
Ο Σταύρος τονε κοίταξε λίγο του χάδεψε τη μουσούδα με τα λαδωμένα του δάχτυλα και τον είπε μαλάκα, έτσι στα χαζά.

Τρίτη, 14 Μαΐου 2013

Το ημερολόγιο του Αντώνη Φράγκου(μέρος δεύτερο)


Κατέβηκα της σκάλες αργά με τα πόδια μου να με πονούν έτσι που ήτανε πρησμένα και άπλυτα. Αργά και νυσταγμένα, κι ο ήλιος με βάρηκε θερμός μες 'το πρόσωπο. Ανασηκώθηκε το κορμί μου, γιγάντωσα αμέσως στην πρώτη αχτίνα που με βρήκε στο μάγουλο, και τα μάτια μου άνοιξα. Κοίταξα την πύρινη μπάλα, ευθεία με θάρρος μέχρι που πόνεσα, αλλά εκεί το πείσμα, μάτι δεν πήρα μέχρι που έπαψα να βλέπω τις φιγούρες γύρω μου. Ένα άπειρο σεντόνι, σχεδόν θεϊκό, θερμό φωτεινό, πάλλεται εμπρός μου. Ξετινάζει από πάνω του τόσα αστέρια που οι αριθμοί δε μπορούν να μετρήσουν.
Ούρλιαξα το όνομα του Θεού δυνατά.
-Ξημέρωσε θεέ μου η μέρα! -είπα-Φως! Φως!

Νόμισα, άκουσα τη μάνα μου να με φωνάζει. Ξαφνιάστηκα! Ψάχτηκα! Κοίταξα γύρο μου και έκανα το σταυρό μου, μια πάνω μια κάτω δεξιά αριστερά, κι έπειτα φτίθηκα στον κόρφο μου τρις φορές. Μια, δυο, τρις. Έκατσα στο τελευταίο σκαλί που βγάζει σ' αυτό το κουζινάκι που έχω να φτιάχνω φάι και καφέ. Οι ψίθυροι με τριγυρίσανε πάλι, αργόσυρτοι και αδιάκριτοι:
-Αντώνη; με ρώτησαν αχνά ξανά και ξανά, που βρίσκεσαι Αντώνη; Που είσαι βρ'Αντώνη;Αντώνηηηη... Άλλοτε σιγά πολλές φωνές η μια πάνω στην άλλη σαν ένα πρελούδιο χαμένο μέσα το άπειρο, άλλοτε δυνατά και κοφτά σαν ένα αξιωματικό που δίνει παραγγελία στο τάγμα του.

Μέχρι που με πήρε ένα ρίγος ατέλειωτο και οι φωνούλες πήραν μορφή μες το δωμάτιο, εκατομμύρια φτερωτές απειλές, σε μια στιγμή, και μετά αμέσως στο δεύτερο χάθηκαν.
Τέντωσα τη ραχοκοκαλιά μου και πέρασα τις παλάμες και τα δάκτυλά ανάμεσα στα μαλλιά μου να χτενιστώ, να μην έχει να πει κανείς λόγο κακό, να μη με σιγοτρώνε οι ψίθυροι, να μη μου γκρινιάζει η μάνα μου. Μήπως μου φέρει πίσω ο θεός τη γυναίκα μου, μη μου φέρει ο θεός να δω το παιδί μου. Σουλουπωμένος και κύριος, καθαρός, χτενισμένος, πλυμένο. Έτσι όπως είναι όλοι οι άρτιοι άνθρωποι.

Κοίταξα λίγο τα δάχτυλά των ποδιών μου. Μια επιθυμία με έπιασε εντελώς αδιόρθωτη, κοίταξα γύρο μου μη με κρυφοκοιτάει κανένας. Αφουγκράστηκα μήπως μιλούν οι φωνούλες. Τίποτα, ούτε κοιτάγματα ούτε φωνούλες.
Έγειρα λίγο εμπρός και πήγαν να τρέξουν τα σάλια μου. Ρουφήχτηκα με όση δύναμη είχα.
Και άρχισα μανιασμένα ένα σκάλισμα αδιάκοπο, έβγαλα τη μαυρίλα που είχα ανάμεσα στα δάκτυλα των ποδιών μου και δώστου συνέχισα μέχρι που μάτωσα. Χάρηκα και μούγκρισα σα το ζώο της στάνης. Έφερα τα χέρια κοντά στη μύτη μου και -ααααχχ- οσμίστηκα, πείρα ανάσα βαθιά
Έτριψα τα πόδια μου τα πρησμένα, τα βρόμικα για άλλη μια φορά μα πιο μαλακά τώρα, σχεδόν ερωτικά.

Και πάλι ανάσανα απ τη μύτη τις μυρουδιές και τη θέρμη του ήλιου.
Ω! μα; ω! Τι ευχαρίστησης, τι αφθονία τι ζέστη.
Έτριζε το ξύλινο πάτωμα στο περπάτημα μου και εμένα μου άρεσε. Χοροπήδησα ασύγχρονα μια δυο φορές να αλλάξω τους παλμούς της καρδιάς μου. Το πέτυχα.
-Αντώνη, τι κάνεις βρε Αντώνη; Αχνοφάνηκανε και πάλι οι φωνούλες. Κατάπια ξερά και μου είπα στο κεφάλι μου μέσα: Αντώνη μην ακούς, μην ακούς χαζομάρες.

Έβγαλα τα απαραίτητα απ το ντουλάπι να ψήσω καφέ. Καφέ γλυκό απαραιτήτως με οχτώ κουταλιές ζάχαρη και τρις πετιμέζι. Κάηκα δύο φορές μόνο, σιχτίρισα, έβρισα, φώναξα και μετά παρακάλεσα το θεό για συχώρεση. Όχι μια φορά αλλά τρις. Του είπα:
-Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησέ με, συχώρα το λάθος μου, σχώρα με θέ μου δε το 'θελα.
Έσκυψα ταπεινά το κεφάλι και σαν πετραχήλι αόρατο οι φωνούλες με κάλυψαν.
-Συγχωρεμένος Αντώνη, συχωρεμένος να είσαι. Να προσέχεις όμως Αντώνη μου και τέτοιο λάθος ποτέ να μην κάνεις.
Έσφιξα τις γροθιές και τα ματοτσίνορα μου και έσκουξα ένα αργό σμμμμμ. Ήταν η λύτρωση της συγχώρεσης που με έσπρωξε στα άκρα. Ήταν ο θεός ο ίδιος που μίλαγε

Μέχρι της έντεκα παρά είχα πγεί τον καφέ μου και είχα καπνίσει πέντε με έξι τσιγάρα. Έξω από την πόρτα μου με περίμεναν, όπως κάθε μέρα, δύο δέματα εφημερίδες που ξεκινώ να τις μοιράζω στις έντεκα ακριβώς ούτε λεπτό πιο μετά. Η συμφωνία είναι συμφωνία στις έντεκα είπαμε. Αν και ο εκδότης του Πρωινού τύπου, ο Απόστολος Ζήσηλας, μου είχε πει επί λέξη:
-Αντώνη μου εκεί κατά τις έντεκα εντεκάμιση ξεκίνα πασάκο μου και μοίραζε τις εφημερίδες.
Και γω, τότε που κάναμε την κουβέντα στο καφενείο του ξένου, του χα πει φανερά ενοχλημένος από την ανευθυνότητα που έδειχνε στο ωράριο διαμοιρασμού του Πρωινού τύπου.
-Άκου να δεις Απόστολε, όλα κι όλα, έντεκα ή εντεκάμιση; Εμένα άμα αργό μου φωνάζει η μάνα μου.
Και συμφωνήσαμε τότε ότι θα ξεκινάω στις έντεκα, αυστηρότατα έντεκα.

Φόρτωσα τα δύο δέματα πάνω στο ποδήλατο μου και καβάλησα την κατηφόρα. Εφημερίδεεεεε φώναζα χαμηλότονα.
Πετούσα δεξιά αριστερά τις φυλλάδες όπως πετάν ροδοπέταλα οι παρθένες στους γάμους,
και εκεί λίγο πιο πριν το μεγάλο ίσωμα της πλατείας έβαλα στόχο, δίχως να με δει απολύτως κανένας, μια γάτα. Αστόχησα, διάολε είπα.
Και με βαράει μια ζάλη, μια τρικυμία και οι φωνούλες ξεκινούν να ουρλιάζουνε και να με στριμώχνουνε άσπλαχνα.

-Τι έκανες πάλι Αντώνη; πάλι θάλασσα τα έκανες πάλι αμάρτησες; ουρλιάζαν χιλιάδες φωνούλες. Μέσα από όλα τα σπίτια, ανάμεσα από τις φυλλωσιές. Όλοι οι άνθρωποι με κοιτούσαν και ούρλιαζαν:
-Αμαρτία Αντώνη, ονόμασες τον εξαποδό Αντώνη, ντροπή, αμαρτία Αντώνη! Θα σε φάει ο σατανάς που ονόμασες θα σε κατασπαράξει το θηρίο της κόλασης.

Σάστισα, σφίχτηκα, δάκρυσα. Θα με κατασπαράξει το αιμοσταγές θεριό, σκεφτικά.
-Που να πέσω να προσευχηθώ να ζητήσω συχώρεση; Που να πλύνω την αμαρτία μου; Που να σώσω τη ζωή μου;
Μπροστά μου απλώθηκε η μεγάλη πλατεία της πόλης του Πού, καβάλησα πώς και πώς το πλακόστρωτο και είδα εμπρός μου την πηγή που θα πλύνω την ψυχή μου, αυτό το αριστούργημα
(όπως το ονόμασε ο πρώτος άντρας της Πόλης, την ημέρα των αποκαλυπτηρίων) που είναι λαξευμένο από έναν άντρα τεράστιο από ένα καλλιτέχνη θεόρατο το Νίκο τον Κοραή, το ναυάγιο που στολίζει την πλατεία της πόλης του Που.

Έριξα το ποδήλατο κάτω πώς και πώς και γονάτισα εμπρός στην εξαίσια πέτρα. Έτριψα τη μούρη μου επάνω της να πονέσω, να πληρώσω πίσω την βλαστήμια μου και να εξαγνίσω το κορμί μου.
Οι φωνούλες όλο και μειώνονταν σε ένταση και τώρα μου λέγανε ήρεμα:
-Έτσι Αντώνη, μπράβο Αντώνη. Βγάλε τη βρώμα από πάνω σου δώσε μας λίγο αίμα, το αίμα σου.

Στάθηκα στα γόνατα έκανα το σταυρό μου και φίλησα το ναυάγιο εκεί που είχα αφήσει την αμαρτία μου. Ύψωσα τα χέρια στον ουρανό και ούρλιαξα το όνομα του θεού. Κοίταξα εκείνη την πύρινη σφαίρα που γύρω της σέρνει βράχους και πάγους και μέταλλα Από εποχές που δεν έχει δει ποτέ άνθρωπος. Ταξιδεύοντας μίλια και μίλια ατελείωτα. Ρίχνοντας αυτό το φως το αλύγιστο πάνω μου ασταμάτητα, αλύπητα.

Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

Η ζωή και ο θάνατος του ξένου


27 του Ιούλη ημέρα Τρίτη, ήμουνα αυτό που λένε για λύπηση.
Σκύλος του δρόμου αδέσποτος
Τραβώ από γειτονιά σε γειτονιά μήπως βρω λίγο φαΐ δίπλα σε κάνα ντενεκέ
Κάνα κομμάτι ψωμί.

Μη τάχα λέει μήπως βρω κανένα φίλο, να μου χει κάνα χωρατό να γελάσω.
Να πιω μια στάλα νερό, και να ρίξω τη μούρη μου στο αριστερό μου επάνω το χέρι .
Και κατά λάθος λέει μη -μια γυναίκα- με χέρια γυμνά με χαδέψει.
Σε ύπνο βαθύ που 'χω κυλήσει.

Έκαιγε η άσφαλτο και το χώμα έβραζε δίπλα της
Ανοιχτός, πεντάνoιχτος ο ουρανός, κι ο ήλιος με έκαιγε.
Αμάξια μετά, από 'δω και από κει, και 'γω στη μέση.
Με ώμους κρεμαστούς να κοιτάζω.
Ένας κάπως μεγάλος στο κυνήγι με πείρε.

Τρόμαξα, έτρεξα λίγο. Αμάν αδερφέ όλοι εδώ μέσα δε ζούμε;
Ρώτησα και μ’ αγνόησε.
Λεωφόρος παραλιακή.
Δεξιά μου η πόλη αριστερά δε θυμάμαι.

Μια αγέλη πουλιά στον ορίζοντα να ωρύονται και από κάτω η θάλασσα.
Έκατσα στο πεζοδρόμιο, ξύστηκα.
Βρήκα μισό τσιγάρο και κάπνισα
Κοίταξα κάτι σκουπίδια χαρτιά και μπουκάλια πλαστικά.

Δεν είπα, δεν άκουσα μόνο μετά με τραβήξανε στην άλλη άκρη του δρόμου
Ξεψυχούσα.
Ένας μπρατσαράς πιερότος μ’ έφτυσε και βλαστήμησε, ο άλλος δε μίλησε .
Σώπασε.

Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

Το ημερολόγιο του Αντώνη Φράγκου



Και έτσι, έτσι λίγο πριν το ξημέρωμα και το άγιο φως του ήλιου, μπλεγμένος μέσα σε μυρωδιές από τα νυχτολούλουδα και ήχους από τα τριζόνια, κάτω από τα φουστάνια της αγίας υγρασίας και τα χάχανα τον περαστικών, είναι σκημένος πάνω από το τετράδιο που κρατά για ημερολόγιό ο Αντώνης ο Φράγκος. Γράφει ότι του έχει μήνη στη μνήμη για αυτόν και ότι ζωή έχει πίσω του.

10-04-2013

Η 15η Δεκεμβρίου 2010 είναι η ημέρα που άλλαξε για πάντα τη ζωή μου. Η απόδειξη είναι μια φωτογραφία που βρίσκετε μπλοκαρισμένη σε ένα λευκό εξωτερικό σκληρό δίσκο -δώρο για τα 33α γενέθλια μου- που είναι στριμωγμένος ανάμεσα σε βιβλία πρώτου έτους νοσηλευτικής, κλασικά λογοτεχνικά και διάφορες φωτοτυπίες που θα έπρεπε να βρίσκονται στα σκουπίδια εδώ και αρκετό καιρό.
Δυόμιση μήνες αφού άφησα πίσω μου την πόλη του Πού, για τα μάτια της πόλης του βορρά, με το βάρος του μετανάστη, του αναλφάβητου, του κακόγουστου ξένου στους ώμους μου, ήρθε για να μου πάρει όλη την αφέλεια, την ιδιότητα του γιου της μάνας μου και του καλύτερου γαμίκου που γνώρισε ποτέ η γενιά μου, ο γιος μου. Αυτός που δεν αφήνει την τίγρη και το λιοντάρι από τα χέρια του παρά μόνο για να κοιμηθεί. Συχνά με παρομοιάζει και με το πλαστικό λιοντάρι που κρατά με δύναμη και πείσμα στη χούφτα του η κάτω από τον αγκώνα του αν ασχολείτε με κάτι άλλο παράλληλα . Δεν ξέρω γιατί. Μόνο γελάω.
Η φωτογραφία τραβήχτηκε σε μια στιγμή που η κούραση μου ήταν στο ζενίθ της, τρις τέσσερις ώρες πριν από τη γέννησή του, πριν από το θάνατο του εικονιζόμενου της, αυτού του μπουνταλά, του γιου της μαμάς του. Τέντωσα τα χέρια μου μπροστά από το πρόσωπό μου και πάτησα το κουμπάκι αυτής της ψηφιακής φωτογραφικής μηχανής που είχαμε πάρει δανική από μια φίλη λίγες ώρες νωρίτερα. Ανάμεσα σε φωτογραφίες που απεικόνιζαν αδέλφια σε παμπ να κρατούν υψωμένα ποτήρια μπύρας, γιους να κάνουν γκριμάτσες ή με τα δάκτυλά τους στις μύτες και μεθυσμένες κοπέλες να στέλνουν φιλάκια με μισόκλειστα μάτια ντυμένες επίσημα για κάποιο οικογενειακό τραπέζι η κάποια βραδινή έξοδο, ιδού ο ανεύθυνος που χάνετε ο υπεύθυνος που έρχεται. Η τελευταία απόδειξη ότι υπήρξα και πριν.
Στο δωμάτιο της κλινικλής η μέλλουσα μητέρα ήταν εύθυμη παρά τους πόνους. Περισσότερο μάλλον χάρη στην επισκληρίδιο και τις εισπνοές υποξειδίου του αζώτου που χάριζαν και στους δύό μας τρίλεπτα γέλιου και χαλαρότητας, παρά στην ικανότητά της να μην δείχνει τον πόνο.
-Το πιστεύεις; με ρώτησε. Θα γυρίσουμε σπίτι με ένα μωρό! Είπε και γέλασε με περισσότερη θέληση για γέλιο από άσο πίστευα πως έχει μέσα της εκείνη τη στιγμή.
-Με τίποτα, της απάντησα. Και δεν το πίστευα, δεν μου περνούσε από το μυαλό κι ας δήλωνα περήφανα σε όλους ότι είμαι έτοιμος, κι ας σκεφτόμουν στα κρυφά ότι έχω τα μεγαλύτερα αρχίδια από όλους όσους ποτέ γνώρισα. Το τελευταίο πράγμα που ήμουν ήταν έτοιμος να γίνω πατέρας.
Την κοίταξα στα μάτια και ακούμπησα απαλά την κοιλιά της που ήταν ζωσμένη με παλμογράφους και μετρητές που δεν ήξερα τη μετρούσαν, το μόνο που ήξερα ήταν ότι αν οι αριθμοί που ήταν πάνω σε μια μικρή οθόνη δίπλα από το κρεβάτι ξεπερνούσαν το 65, τότε η γυναίκα μου πονούσε. Όσο αυξανόταν ο αριθμός στην οθόνη τόσο περισσότερο πονούσε.
Μετά από 16 ώρες αναμονής και πολύ μα πολύ υποξείδιο του αζώτου η μαία σε συνεννόηση με την νυν λεχώνα αποφάσισαν, χωρίς καν να με λογαριάσουν , ότι ήρθε η ώρα να δώσουν λίγη περισσότερη πίεση.
-Σπρώξε, είπε η μαία και με κατεύθυνε στο προσκεφάλι της γυναίκας μου.
Ποτέ δεν είχα ξαναδεί πιο κόκκινο άνθρωπο πριν στη ζωή μου. Πίστεψα ότι θα εκραγεί.
Ήμουν πρόθυμος να βοηθήσω, ήθελα μα σα σκεφτόμουν το πώς μόνο ένα τεράστιο ερωτηματικό υψωνόταν εμπρός μου. Δύο ακόμη γυναίκες μπήκανε στο δωμάτιο, όχι βιαστικά ούτε και φοβισμένες, σε αντίθεση με εμένα, αλλά αποφασιστικές και σε εγρήγορση. Μια τρίτη ακολούθησε μετά από λίγο. Τους κοιτούσα όλους με σκοπό να βγάλω κάποιο συμπέρασμα για την εξέλιξη του τοκετού και όλο έλεγα στον εαυτό μου, για να μου δώσω κουράγιο, ότι όλα πάνε καλά. Περίφημα.
Η ένταση στο δωμάτιο αυξανόταν όλο και περισσότερο, το ίδιο και η αμηχανία μου. Κοίταξα κλεφτά έξω από το παράθυρο της κλινικής, είχε αρχίσει να χιονίζει από ώρα και άφησα για μία στιγμή τον εαυτό μου να πετάξει πάνω από τα έλατα, τις μηλιές και τους πλατύφυλλους θάμνους. Πάνω από αυτή την αρχαία ερυθρέλατη που είναι άγιος τόπος προσκύνησης για τους πολίτες της πόλης του βορρά και ανάσανα αυτό τον κρύο αέρα του χιονιά που έπεφτε, να σαν όπως αφήνει κανείς ένα πούπουλο στη νηνεμία. Άηχο, αργό κι αρμονικό.
Ξαφνικά η γιατρός φώναξε Β4. Πάγωσα. Τα πάντα ήταν σε μια σχετική τάξη μέχρι τότε, η μαία έλεγε στη γυναίκα μου κάθε πότε να πιέσει έπειτα μια δεύτερη της είπε σπρώξε με ότι έχεις, μετά η γιατρός της είπε παύση και προσπαθούσε να τραβήξει με τα χέρια της και μετά πάλι σπρώξε, το χρώμα της είχε νόημα, οι μυρωδιές στο δωμάτιο είχαν νόημα τα μηχανήματα τα καλώδια και η δεξιά γωνία του δωματίου που ήταν χτισμένη η τουαλέτα είχε μια λογική. Ακόμα και εγώ σαστισμένος και ανήσυχος-σαν φιγούρα- είχα κάποιο νόημα. Αυτό το Β4 όμως ήταν κάτι που δεν θα έπρεπε να είναι εκεί.
Μετά από 5-6 λεπτά αφού είχε ακουστεί αυτό το ασύμφωνο Β4 βρέθηκα στο χειρουργείο ντυμένος με μία πράσινη χειρουργική φόρμα-ένας παλιάτσος βγαλμένος από άλλους καιρούς- και χαιρετούσα τη γυναίκα μου που την κύκλωναν πια, γύρο από το χειρουργικό τραπέζι, γιατροί και νοσοκόμες.
Της χαμογέλασα και της είπα καληνύχτα. Εκείνη έδειχνε να έσβηνε.
Μία από τις νοσοκόμες με ρώτησε αν νοιώθω καλά. Ήταν πια εμφανές σε όλους ότι δεν έμοιαζα να είμαι και ιδιαίτερα καλά. Της έδειξα με το δείκτη του αριστερού μου χεριού μια βρύση που ήταν στο χειρουργείο και τότε αυτή αφού με χτύπησε φιλικά στην πλάτη μου έφερε ένα ποτήρι νερό, αμέσως και δεύτερο. Ο χειρούργος συνέστησε να περιμένω λίγο πιο δίπλα από το χειρουργείο.
Η παιδίατρος, μια νέα γυναίκα με μαύρα μαλλιά πιασμένα κότσο και φινετσάτα άσπρα δάκτυλα έβαλε τα γάντια της και μου είπε να μην ανησυχώ.
-Είμαι παιδίατρος, είπε, στο χειρουργείο είναι ένας γυναικολόγος και ακόμη ένας καρδιολόγος. Είμαστε γιατροί, όλα θα πάνε καλά. Τότε χαμογέλασα και ήπια απ το πλαστικό ποτηράκι λίγο ακόμη νερό και αυτή τη φορά γέμισα μόνος μου.
Ακούστηκαν κλάματα, το πρώτο φως, ο πρώτος φόβος.
Μετά από λίγες στιγμές εμφανίστηκε η πρώτη μαία που συναντήσαμε κρατώντας ένα μοβ μωρό. Το ακούμπησαν στη ζυγαριά, του ρούφηξαν τα υγρά από στόμα και τη μύτη με μία σύριγγα χωρίς βελόνα, το σκούπισαν απ τα αίματα και το αφουγκράστηκαν με ένα στηθοσκόπιο στο στήθος. Του έβαλαν μια πάνα και ένα σκούφο από γάζες, δεν ξέρω γιατί.
Έπειτα μου είπαν να βγάλω την μπλούζα μου για να νοιώθει κοντά μου και μου το έδωσαν. Τι να το κάνω; Δίστασα. Δεν ξέρω εγώ από αυτά, σκέφτηκα μα άπλωσα τα χέρια μου ενστικτωδώς. Τον κοίταξα, έμοιαζε με πολλούς, τον πατέρα μου και τη μητέρα μου το ίδιο και με τον πατέρα και την μητέρα της μάνας του, τους παππούδες μας. Δε θυμάμαι ακριβώς τι έβλεπα, αλλά θυμάμαι ότι οι πληροφορίες που έπαιρνα ήταν εκατομμύρια, και ο χρόνος που πέρασε σχεδόν μηδέν.
Τον ακούμπησα στο στέρνο μου και έγειρα το κεφάλι, έκανε έτσι με τη γλώσσα του να βυζάξει με κλειστά μάτια και εγώ έκλαιγα και γελούσα. Μπροστά μου ήρθε ο γυναικολόγος και με συγχάρηκε, γύρισα το κεφάλι και προσπάθησα να μιλήσω μα τίποτα. Άχνα. Έδειξε να καταλαβαίνει τη σύγχυση μου και γύρισε να φύγει. Τότε πετάχτηκα πάνω, δε με χουν μάθει έτσι στο σπίτι μου, και του ακούμπησα την πλάτη, γύρισε. Ευχαριστώ του είπα, μειδίασε έσφιξε λίγο τα χείλη του και έφυγε.
Η επόμενη ώρα μας βρήκε, εμένα και το μικρό, στο ίδιο δωμάτιο του τέταρτου ορόφου. Με αυτό το μεγάλο κρεβάτι δίπλα από το παράθυρο και ένα φθηνό κομοδίνο πλάι του. Κάτσαμε σε μία πολυθρόνα που ήταν στη γωνία απέναντι στο κρεβάτι. Ρούφηξα μια τζούρα χλιαρό καφέ που μου είχε φέρει η νοσοκόμα από ώρα και θυμήθηκα ότι είχα ακούσει ότι στα μωρά αρέσει το τραγούδι και έτσι προσπάθησα να πω ένα, δεν ήξερα ποιο και ντρεπόμουν, μα τελικά ξεκίνησα. Μπέρδευα ποιήματα και ροκ, παραδοσιακά και νανουρίσματα, αλλά συνέχιζα όλο συνέχιζα. Είπα και ύμνους αθλητικών ομάδων και χαμογελούσα, γελούσα και ένοιωθα το ζεστό του κορμί στο δικό μου. Η ώρα περνούσε και με ζώσανε άγριες σκέψεις, η μάνα του δε φάνηκε, μόνο μια νοσοκόμα μου έφερε καφέ πάλι και με ρώτησε αν είμαι καλά. Πήγανε κιόλα τρις ώρες.
Και κάθε λεπτό που περνούσε ήταν βαρύ είχε διαφορετική σημασία, το κυλάει του έβαλε το μανδύα της ανησυχίας, και όλο μια φράση γυρόφερνε μες στο κεφάλι μου. Σαν το σκορπιίο γυρνούσε επικίνδυνα, κρυβόταν κάτω από πέτρες-και εγώ ήξερα ότι είναι εκεί- έτοιμη να με κεντρίσει.
-Πού είναι; Ψιθύρισα μόνος μου. Βγήκα στο διάδρομο κρατώντας το νεογνό στην αγκαλιά μου. Δεν ένοιωθα σχεδόν το βάρος του. Ο διάδρομος ήταν μακρύς με φεγγίτες στην οροφή του σε απόσταση ο ένας από τον άλλο περί το ένα σαράντα, έξυπνα τοποθετημένους. Τα χρώματά του κιτρινοπράσινο και άσπρο αλλά όχι φανταχτερά μάλλον ουδέτερα, λίγο πιο κάτω ήταν ακουμπισμένος ένας ψέκτης που πίνει κανείς νερό και δίπλα του μια καρέκλα. Προχώρησα κατά μήκος. Παρατήρησα τα λουλούδια που ήταν πάνω στο τραπεζάκι δίπλα από το δωμάτιο 46. Ήταν μαραμένα. Λίγο νωρίτερα, είμαι σίγουρος, τα είχα δει ανθισμένα και φρέσκα. Κι όσο τα κοίταγα, τώρα,
τόσο αυτά μαραίνανε τόσο νύχτωνε ο ουρανός. Τα κακά μαντάτα μετά έφθασαν.






Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

Κατάλυσης ΙΙΙ


Και έτσι, έτσι, κάτω από της σκεπές τον σπιτιών και δίπλα από τοίχους που κρατούν ακόμη  τη ζέστη της μέρας . Εκεί, κάτω απ τα φουστάνια της αγίας υγρασίας  και τα σιγανά τραγούδια τον τζιτζικιών κάθετε κύριε αυτή η συντροφιά η περίχαρη και πίνει και καπνίζει. Κι αφήνουν τον ξένο να τους διηγείται την ιστορία του πλοίου Κατάλυσης.  Αυτού του ίδιου πλοίου που κείτεται τώρα νεκρό λίγο πιο έξω απ το λιμάνι της πόλης του Που και στολίζει(σαν γλυπτό βέβαια) την μεγάλη πλατεία, εκεί ανάμεσα στο περίπτερο του Μήτσου, το καφενείο  και το δημαρχείο, το μόνο λευκό κτίριο της πόλης του Που.

Κοιτούσα τον ξέξασπρο άνθρωπο σα σπίνος, αμίλητος και πεινασμένος, κι αυτός μέσα από αυτό το σκούρο ύφασμα που είχε διπλωμένο επάνω του έβγαλε μια αλυσίδα χρυσή περίπου δύο-δυόμισι μέτρα και ένα κολάρο δερμάτινο που το στολίζανε κάτι ρουμπίνια πανάκριβα. Και εγώ σκέφτηκα τότε, αυτό που σκέφτεστε τώρα και εσείς, την προσβολή που θα έπαιρνα, τι θα ανεχόμουν ακόμη. Κάποια ελπίδα πέρασε τις σκέψεις μου μα, μια άρνηση μου κουνούσε πέρα δώθε το πρώτο της δάκτυλο. Ο ξέξασπρος άνθρωπος μου πέρασε απαλά το κολάρο στο λαιμό μου, χαμογέλασε και κούμπωσε την αλυσίδα επάνω του. Έπειτα πήρε ένα ζευγάρι παρωπίδες που ήτανε κρεμασμένες σε ένα δοκάρι πάνω σε μια σκουριασμένη πρόκα και μου της έσφιξε γύρο απ το κεφάλι. Ακολούθησε με, μου είπε, και εγώ αμέσως υπάκουσα.
Ανεβαίναμε σκάλες για ώρες και ώρες ώσπου τα πόδια μου δε βαστούσανε άλλο, κι ο ξέξασπρος άνθρωπος θα με τραβούσε με μανία κάθε φορά που σταματούσα να πάρω  ανάσα.Κι έτσι εγώ προχωρούσα. Και πέρασε χρόνος πολύς, και το νου μου δεν όριζα. Ο ξέξασπρος άνθρωπος ξάφνου σταμάτησε, έδεσε την αλυσίδα από το κάγκελο της σκάλας και χωρίς να με κοιτάξει μου έκανε νόημα να κάτσω. Την ώρα που έλειπε εγώ τον περίμενα, ούτε η αλυσίδα με ένοιαξε μα ούτε και τα πονεμένα μου γόνατα. Τα μάτια μου έκλειναν, βαριά, μα εγώ με τη βία τα κράταγα. Έπεσα λίγο στο πάτωμα και αποκοιμήθηκα ανάσκελα. Δεν ξέρω μετά από πόση ώρα, την αίσθηση του χρόνου δεν είχα, ένιωσα ένα πόδι να μου ζουλά την κοιλιά Άνοιξα τα μάτια μου και είδα τον ξέξασπρο άνθρωπο να μου χαμογελάει με τα μάτια γουρλωμένα και τα δόντια σφιχτά και τα νεύρα του λαιμού του τεντωμένα τα πέρα.Σηκώθηκα άμεσος. Δεν πέρασε πολύς χρόνος μέχρι που φτάσαμε έξω από μια πόρτα σε ένα από τα πατώματα της κατάλυσης, πιθανότατα το τρίτο, μια ταμπέλα επάνω της έγραφε: Θέσης Α.
Ο ξέξασπρος άνθρωπος μου έβγαλε την αλυσίδα. Ποτέ άλλοτε δεν ήμασταν τόσο κοντά, τα χνότα του ζέγδανε μια μυρωδιά άγριας μέντας. Το δίχως άλλο άρπαξα το πόμολο της πόρτας να ανοίξω.  Τότε κούνησε τους ώμους του σπαστικά σαν να τον έκαιγε κάποιος αόρατος πόνος με μια πυρόβεργα, τσάκισε το κορμί του κι έγειρε εμπρός τόσο που η μούρη του θα ακουμπούσε τα χάμω, οι αγκώνες του έγειραν τα έξω και τα γόνατα του όλο λύγιζαν. Δίπλωνε το κορμί του σε γωνίες άπιαστες.
Ώσπου παραμορφώθηκε τόσο, ξεφούσκωσε δίπλωσε, που σαν ένας φάκελος έγινε. Έπεσε στο πάτωμα στριφογυρίζοντας. Επάνω του έγραφε:Εμπιστευτικών, άκρως απόρρητων.
Τότε και εγώ το πήρα στο χέρι χωρίς δεύτερη σκέψη και στον κόρφο το έκρυψα Άνοιξα την πόρτα της Θέσης Α και μπήκα.
Και είδα αχ Θεούλη μου, ένα χώρο; απέραντο στον ορίζοντά του σκοτάδι. Τσιμέντα παντού γύρο, σκουπίδια εδώ και εκεί, ποντικοκούραδα και γυαλιά, πρόκες ίσες και στραβές και σπαρμένα νερά λιμνάζοντα. Και είδα Ιησού μου κολόνες να βαστούν τα σύννεφα και άγρια πουλιά ριγμένα σε μάχη. Σε μια απ τις κολόνες ήταν δεμένος ο ξύλινος άνθρωπος και τραγουδούσε ένα τραγούδι παράφωνο και δίπλα του πετούσε το θρυλικό βιολί στρατιβάριους σε μια μελωδία παράλογη. Εμπρός μου εστάθει ο άντρας με το σβησμένο πρόσωπο, υποκλίθηκε και μου έκανε αβάντα να περάσω να κάτσω στη μεγάλη τραπεζαρία που αχνοφαινόταν στο βάθος.
Περπάτησα προς τα εκεί και όλο ένα η βουή τον καλεσμένων μεγάλωνε. Πάνω απ την τραπεζαρία ήταν δεμένη τα ανάποδα  μια κυρία γυμνή και παχιά που όλο φώτιζε χαμογελούσε και φώτιζε, στάζαν φωτιές τα μαλλιά της. Κάθισα σε μία απ της άδειες καρέκλες. Γύρω μου κόσμος πολύς να τρώει κρέας και να πίνει από μπουκάλια χρυσά. Το βλέμμα μου έπεσε πρώτα σε μια κοκέτα γύρω τα εξήντα. Τα μαλλιά της είχε δεμένα επάνω με ένα καλοφροντισμένο κότσο και τα στήθια της ίσα που κρύβονταν πίσω από αυτό το βελούδινο φόρεμα. Είχε και τα δυό της τα χέρια μέσα στη λίγδα και φαγιά κολλημένα μέσα στα δόντια της. Με είδε που την παρατηρούσα αμίλητος και αμέσως ξεθάρρεψε. Καλλώπισε την κόμμωση της με τα λιγδωμένα της δάκτυλα και μου έδειξε τα δόντια της και τα κρέατα που ήταν κολλημένα επάνω τους, μουγκρίζοντας και ρουφώντας αέρα απ τη μύτη. Κι όλο πιο απειλητική δειχνόταν να γίνετε ώσπου ανέβηκε μπουσουλώντας στην τραπεζαρία επάνω και ήρθε μέχρι εμπρός μου και σα θηρίο της ζούγκλας μούγκριζε. Μια άλλη γυναίκα πιο δίπλα μου με κοίταξε. Ήταν γλυκιά με παχουλά μάγουλα και κάτι μάτια τεράστια. Τι συμβαίνει, τη ρώτησα και τότε αυτή κουνούσε το κεφάλι της πέρα δώθε, όπως κάνουν τα σκυλιά σα ξυπνούνε, και όλο οι κόρες τον ματιών της επάνω ανέβαιναν και τα σάλια της ράντιζαν αδιάκριτα όπου κι αν έβρισκαν. Και μια μορφή άλλη, κάτασπρη κι αυτή στο χρώμα, με τα μαλλιά της να πετούνε τα πάνω σα βελόνες του πεύκου, στο κεφάλι της τραπεζαρίας μασούσε με το στόμα ανοιχτό σα να δίνει ρυθμό, χοροπηδούσε πάνω στον πισινό της και όλο μασούσε. Κι όλο η μύτη της έτρεχε κι όλο ο βήχας την έπνιγε. Ένας άντρας με κοστούμι και καλοσιδερωμένη γραβάτα, θα σας το πω τι πιστεύω ένας σοβαρότατος κύριος, το κεφάλι του χτυπούσε στο τραπέζι απάνω κι ο φίλος του δίπλα, που τη γλώσσα του είχε απ όξω κι όλο γλειφότανε κι όλο έτριβε τα φαγιά πάνω στο πρόσωπό του, τον έλουζε κρασί από αυτό το χρυσαφένιο μπουκάλι.
Ο άνθρωπος δίχως πρόσωπο πλησίασε την τραπεζαρία, και όλοι οι καλεσμένοι με μιας ξεκινήσαν να φτύνουνε και να του πετούνε στα μούτρα κομμάτια. Ο καλοντυμένος κύριος σταμάτησε να χτυπά το κεφάλι του πάνω στο τραπέζι και με μία απότομη κίνηση κοίταξε τον άνθρωπο με το σβησμένο πρόσωπο για λίγες στιγμές. Σηκώθηκε αργά από το τραπέζι, τότε όλοι σταμάτησαν και σηκωθήκανε γύρο τους,  πλησίασε. Έλυσε τη ζώνη του παντελονιού του και κατέβασε τα βρακιά του. Το πουκάμισό  κρεμόταν απ τη μεγάλη κοιλιά του και κάλυπτε το μόριο του. Τότε χαμογέλασε σήκωσε το πουκάμισο και έπιασε τα αχαμνά του. Κοίταξε όλους τριγύρω σα να έδινε σύνθημα και ξάφνου άρχισε να κουνά το μόριο του πάνω κάτω με βία ουρλιάζοντας . Όλοι τότε, οι επιφανείς, κραύγαζαν και χοροπηδούσαν γύρο τους σαν τα άγρια θηλαστικά κάποιας ζούγκλας.
Ο άνθρωπος με το σβησμένο πρόσωπο υποκλίθηκε και είπε, αφού όλοι σώπασαν, ήταν μεγάλη τιμή μου. Γύρισε το κεφάλι του προς το μέρος μου σα να με έβλεπε, σα να ξέρει που είμαι και όλοι ανοίξαν μπροστά του διάδρομο. Μου ζήτησε αυτό που ήταν δικό του, αυτό που κατ αυτόν ήταν κλεμμένο, αυτό που με πονηρότατο τρόπο του πήρα.
Εγώ καταντροπιασμένος από αυτή την προσβολή έβγαλα από τον κόρφο μου το φάκελο και με το κεφάλι σκυφτό του τον έδωσα.
Δεν έχασε χρόνο τον πείρε, και μετά από την παρατήρηση που μου έκανε,πως τούτη τη φορά μου τη συγχωραεί την κλεψά μου ετούτη, άνοιξε το φάκελο άμεσα
Διάβασε δυνατά: Άμεση εκκένωσης στοπ. Η κατάλυσης βυθίζετε στοπ. Όλοι στης σωσίβιες λέμβους στοπ.
Τότε ακούστηκε ένας δυνατός ήχος μια βροντή συθέμελη και μαζί τους ήρθε και ένας σεισμός πρωτόγνωρος.

Παρασκευή, 5 Απριλίου 2013

Γράμμα απ τα ξένα 1

Χτες Δευτέρα ημέρα του μηνός δεκατέσσερες, πήρα το λεφορείο για τη δουλειά.
Δε γίνετε συχνά αλλά είν´ ωραία άμα τυχαίνει. Έξω έκανε κρύο,  βροχή δεν έριχνε, ήτανε ξάστερα είχε βαθμούς μηδέν.
Οι πόρτες ανοίξανε. Είπα οδό και αριθμό καί ´πειτα πλήρωσα με κάρτα.
Δεν είπα και πολλά με την οδηγό, μια ξερή καλημέρα. Νομίζω αυτή δεν απάντησε.
Έκατσα μπροστά δεξιά.Και μετά απορροφήθηκα.
Έξω νύχτα βαθμοί μηδέν.
Θυμήθηκα για το χωριό μου, κει που μεγάλωσα. Την κάσα της εξώπορτας πού ‘τανε σιδερένια και λεπτή μπλε. Στο πάνω μέρος της είχε ένα κακόγουστο σχέδιο και πίσω του σκαλιστό γυαλί.
 Στην αυλή είχε ένα πεύκο, μια λεμονιά, ένα μικρό μποστάνι και μιά κληματαριά που το καλοκαίρι φουντώνανε σταφύλια. Απο κει φώναζε η Ελένη να πά να μαζέψω λίγα να φάμε. Και πήγαινα.
Μετά ειχε και αμπάρι με στάρι, τυρί και κρασί. Ξύλα και ένα παλιό βενζινοπρίονο που όλο χάλαγε.
Θυμήθηκα τον πατέρα μου να το βλαστημάει και μετά να με κοιτάει ευτράπελος, και τον φίλο μου το Βαγγελη και τί μου χε πεί  -Ενα μαγικό πατίνι, έτσι να σχίζει τα ουράνια, να βλέπω λίγο το Ναύπλιο και να γυρίζω παλι πίσω, μου έλεγε, και γώ τονέ  κοιτούσα σα χάνος.
Τώρα είμαι στο δρόμο.Το λεφoρείο άναψε το αριστερό του το φλάς καί φυγε προς το κέντρο.
Η μέρα εχει αρχήσει να φαίνεται, ενα χρώμα πορτοκαλί έχει πάρει ο ορίζοντας και γώ ο μαύρος χαμογέλασα απο χαρά. Σήκωσα το κεφάλι   μου στον ουρανό κι είδα τα στέρια του γαλάκτου να σέρνουνε,  έπειτα κοίταξα κάτω το δρόμο κι είδα ενα πεταμένο τσιγάρο. Ήτανε στεγνό, τό ‘βαλα στο στόμα χωρίς να το φυσήξω, έτσι βρώμικο, και τ άναψα με κάτι σπίρτα που τα είχα αγοράσει τάχα  να υπάρχουν.
Δούλεψα μισή μέρα και γιαυτό γύρισα νωρίς σπίτι. Πήρα το γιό μου, το Σταύρο, και πήγαμε στις κούνιες. Εκείνος μου γελούσε στην τραμπάλα του και γώ έπλεα. Θυμήθηκα την κούνια μπέλα που μου τραγούδαγη μάνα μου όσο ήμουν παιδί. Την είπα οσο θυμόμουνα.
Αυτά.