Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

Ατλιτον

Σήμερα στο δρόμο για τη δουλειά συνάντησα το μοχαμεντ.
Πρακτικαριο. Γύρο στα 40 και διαρκώς γελαστο.

- Πόσο καιρό είσαι δω; Ρωτάω
- ένα χρόνο και εννιά μήνες. Εσύ;
- πέντε χρόνια. Ο ήλιος βαραγε και κρύο, περπαταγαμε γρήγορα . Από που σαι;
- Από τη Συρία. Εσύ;
- Απ την Ελλάδα.
 

Στενοχορηθηκα και γω κι αυτός. Έτσι κάνουμε τις κρύες μέρες με ήλιο

Σάββατο, 4 Απριλίου 2015

Φωλιά.

Κόψαμε ένα δέντρο σήμερα. Ήτανε σάπιο λέει βρόμιζε την αυλή. Τι ξέρω, μου ‘πανε να πάω και πήγα, παίξανε και τα παιδιά κιόλας. Ήμαστουν τέσσερις άντρες. Ένας στο βερζυνοπρίονο και οι άλλοι κουβαλάγαμε τις κλάρες και ότι δεν ήταν για κάψιμο. Μού 'πανε το όνομα του δέντρου, έκανα πως καταλαβαίνω και συμφώνισα ότι είναι καλό που θα φύγει. Το σπίτι βλέπει νότια-ακου νότια σκέφτηκα- και κείνο έκοβε τον ήλιο. Έκοβε τουλάχιστο μια ολόκληρη ώρα φωτός τα καλοκαίρια που η ημέρα είναι μεγάλη.

Σε μια στιγμή σκέφτηκα πως έτσι πιάνονται οι φιλίες όταν μεγαλώνεις, δουλεύεις δίπλα στον άλλονε σε βοηθάει άμα θες, τον βοηθάς, παίζουνε και τα παιδιά Είναι αυτό το βολικό.

Σε είχα στο νου μου και μαζί δε με ‘νοιαζε, ήτανε που μύριζε παντού πριονίδι και φυλλωσιά. Είναι ευλογία η δουλειά με τα χέρια. Έκανα σχέδιο πως να βάλω τις κλάρες σε δεμάτια, όπως μου έμαθε και μένα ο πατέρας μου όποτε κάναμε καμιά παρόμοια τέχνη στην Ελλάδα. Βοηθίσατε και 'σεις. Παρέλαση που αντι για σημαίες και βήμα αυστηρό είχε φούντες απο κλαδιά και χοροπηδιτά.

Κάτι άλλες φορές μου έδειχνε τις φωλιές των πουλιών και θαύμαζε την τέχνη των.

Βρήκα μια φωλιά μέσα σε μια τεράστια φούντα και γω και την άφησα σε μια άκρη. Κανείς δε την πείρε εκείνη την κλάρα, ούτε και γω. Για την πάρτη μου να σου πω ντράπηκα. Με έφαγε η ντροπή ότι παίρνω καπιανού το σπίτι και το πετώ σε ένα σορό. Μετά ήρθες και συ και τα υπόλοιπα γύρο γύρο λες και κάτι γυρεύατε. Να, να εδώ είναι η φωλιά του πουλιού, είπα μια φορά στα ξένα και μια στα ελληνικά και έπειτα άνοιξα με τα χέρια μου τ βλαστάρια να δεις και συ και τα άλλα το γκρέμισμα.

Τα κορίτσα ρωτήσανε που είναι τ’ αυγά και τ’ αγόρια άμα ζουν εκεί τα πουλιά, αν ήμουνα σίγουρος, σίγουρα και το γιατί. Γιατί.  Που να ξέρω γω, δε τα έφτιαξα εγώ τα σύμπαντα και τα χάη.

Μετά φύγαμε με το αυτοκίνητο, πήγαμε σπίτι και φτιάξαμε φαΐ. Τώρα είναι νύχτα, είπες, κοιμούνται τα πουλιά.

Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2014

Το Άλφα της Αναδρομής (Τέλος)


Κι έτσι, έτσι ανάμεσα στους σοβάδες που τρώει η υγρασία αχόρταγη, τα κουφώματα που καπνίζουν σαπίλα, κάθετε ο αυτός ο εκείνος. Χαϊδεύει το Άλφα της αναδρομής. Ο πιστός δούλος του. Ο αυτός ο εκείνος. Ταμπουρωμένος μέσα σε ένα 'πο τα πρώτα σπίτια της πόλης, υποταγμένος στη λαμπρότητα του Άλφα. Μπαρουτοκαπνισμένος και έτοιμος. Το κοιτούσε και του έλεγε λόγια όλο μέλι. Γυαλίζαν τα μάτια του πόθο, σα της πλατείας τα φώτα που χτυπούν το νερό τα βράδια. Και έτσι μες της αγάπες και τα λουσα του, έλεγε με παράπονο πνιχτό πως βλέπει το τέλος κοντά. Πως τώρα το παιγνίδι μοιάζει να τέλειωσε και πως την απόφαση την έχει παρμένη!

 Το Άλφα ασάλευτο. Παγωμένο. Κρατούσε, αν με ρωτάς, μια σκληρή και άκαρδη στάση. 'Ητο η αρχή και το τέλος μαζί. 'Ητο η γέννηση και ο θάνατος. Κατακόκκινο και φλογερό να μοιάζει σα το κλειδί της ατέρμονης γνώσης.


Ο αυτός, ο εκείνος απόθεσε το Άλφα απάνω σε ένα βελούδινο πράσινο μαξιλαράκι και στάθηκε στα πόδια του. Πάτησε με τις λασπωμένες αρβύλες του πάνω σε κάτι σπασμένα γυαλιά και πήγε προς το παράθυρο που κοιτούσε στο δρόμο. Σιγή και δάδες φλεγόμενες. Βλέμματα μαύρα και αγχόνες ψιλά. Ο ένας από αυτούς έκανε τέσσερα βήματα εμπρός! Κάρφωσε τη δάδα στη λάσπη και φώναξε το όνομά του. "Θανάση" είπε " Θανάση, να βγεις από 'κει πουσαι κλεισμένος, να φέρεις το κλεμμένο που πήρες και να ποθάνεις σαν άντρας, άμα σου 'χει μείνει κομμάτι αντρεία στο μέσα σου".

Ο όχλος κούνησε σα  κύμα της κόλασης. Σα θάλασσα φωτιάς αντανακλούσε στα μάτια του, σα τη θάλασσα που του μάθαινε ο πατέρας. Καυτή και δυνατή. Να, βγαίνανε από την πόλη με το καΐκι και του έμοιαζε, στο λόγο μου, σα μελίσσι  η πόλη η όμορφη. Και μετά κάπνιζε αυτός και τράβαγε της τριχιές δυνατά -δε πονούσε ποτέ- και του έδειχνε με το κεφάλι κατεύθυνση κι ολο πήγενε να πει και ολο του πέφτανε οι στάχτες. Ο αυτός ο εκείνος κοίταξε τον όχλο, άνοιξε την παραθυρόπορτα και βγήκε στο μπαλκονάκι! Τι παράτολμη κίνηση τι κουταμάρα! Η ζωή του διέτρεχε κίνδυνο! Δε το έβλεπε μόνος του;(!)

Και εκεί που η πλάση όλη περίμενε κάποιο λόγο μετάνοιας, εκεί που ο μπροστάρης του όχλου χαμογελούσε με ικανοποίηση και ειχε τη γεύση της σάρκας του αυτού του εκείνου στο στόμα του, εκεί που οι γυναίκες αφήναν το κόμπο της φούστας να πέσει απ το γόνατο, σήκωσε το δείκτη του αριστερού του χεριού. Ναι ο αυτός ο εκείνος. Ξεκίνησε να γελά δυνατά. Ξεκαρδιστικέ γερά και το γέλιο του πέρασε πάνω από τα μπουριά που καπνίζανε, πέρα απ τις στέγες, τρόμαξε τις γάτες και τον αγγελιοφόρο. Έκανε τους αστυφύλακες που τον ψάχναν να γυρίσουν το κεφάλι προς την κατεύθυνση που ερχόταν το γέλιο. Και ήταν τόσο εκκωφαντικό και σαρκαστικό το γέλιο του που σταμάτησε για μία στιγμή και το βάδην του τρελού, και το χρόνο. Η δυναμή του μυθική.

Και έκανε ενα έτσι, ενα πράμμα σα τσάτ! ενα μπούμ! και να σου τον μέσα σε 'να αερόστατο μυθικών διαστάσεών. Το γέλιο του όλο και έπερνε μια μορφή πολέμου και σηρίνας. Ύψωσε το χέρι του στον ουρανό και την ίδια στηγμή πηδά το Άλφα μεσα στην άδεια του παλάμη.

"Την υγρασία και το τσιγάρο ποθό οσο τίποτα. Ελεύθερα. Ενα πστ! να με κτυπά πισώ στη πλάτη και το σκυλί να γαβγίζει αόριστα. Σε 'να τοίχο, σε ένα προσκηνητάρι, σε κάτι. Τα μπουμπουνιτά, το χειμώνα-η ομπρέλα να λείπει-και το ψιλόβροχο να έχω να κατιγορώ το χρόνο". Αυτά ήταν τα λόγια του τα τελευταία. Έπιτα πέταξε με όση δύναμη είχε το Άλφα απάνω στον όχλο. Έπιτα  κορμιά φλεγόμενα και κάθε τι, η πόλη φλεγώμενη.













Δευτέρα, 4 Αυγούστου 2014

Το τρένο του τρόμου.

Θα πούλαγα ευχαρίστως τη ψυχή μου στο διαβολο. Όχι για χρήματα η για νιότη. Ούτε για δόξα και αναγνώριση. Γιατι άλλωστε να το κανα αυτο; Ο χρόνος κυλάει απερίσκεπτα και γρήγορα. Θα την πούλαγα όμως, για να περάσω το υπόλοιπο της σε ενα τεράστιο λούνα παρκ. Χαμένο κάπου μέσα στα σύννεφα. Ψιλά πάνω απ τα ουράνια τόξα. Ετσι πολύχρωμο, γεμάτο μουσική και κόσμο χαρούμενο. Πάνω σε ενα τρένο του τρόμου η μέσα στο σπιτι των φαντασμάτων. Με ενα χαμόγελο αγκιστρωμένο στο πρόσωπο μου, να περνώ ανάμεσα απο υπερχείλισμενα δωμάτια. Να τρέμω απο χαρά και απο τρόμο βαδίζοντας πάνω σε μια σανίδα ισορροπίας και κάτω το χάος. 

Θα πούλαγα τη ψυχή μου στο διαβολο για να περάσω το υπόλοιπο επάνω σε ενα τρενάκι του τρόμου. Τιγκα στην ένταση και τον ενθουσιασμό. Και αν το συνήθιζα; Τότε ο χρόνος στα γρήγορα θα με έσπρωχνε σε κάποια άλλη του πρόοδο. Ατσούμπαλα. Σε ενα καινούριο θελγητρο που δε θα ακούει σε ράγες και προστατεύτηκα κτίσματα. Θα κυλά μες τα σύννεφα, θα μπαίνει σε άλλες διαστάσεις και κόσμους. Και ετσι γέρος-αντί για κάποιο κακόγουστο αστείο- να χαθω σε μια απ τις στροφές του, αιώνια με την αγωνία της ταχύτητας, με το χαμόγελο παγωμένο και την ευχαρίστηση να με γαργαλάει χαμηλά στο στομάχι.

Να σου πω κατι; Θα γλύτωνα ετσι τους χωριάτες που νομίζουν πως  μητρόπολη ειναι το μαντρί που κατοικούν και το μαντρί που θα παιθανουν. Θα γλύτωνα ετσι τις διακρίσεις και του διαχωρισμούς. Θα γλίτωνα τη χαζομάρα της βαρύτητας, της υποχρέωσης. 

Μετά απο αυτή τη ζωή βέβαια θα με περιμένει ο διαβολος αλλα αυτο ειναι μια άλλη ιστορία.


Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

Ο Σταύρος ο Ταύρος

Ο Σταύρος ο ταύρος δεν είχε κέρατα μυτερά και μεγάλα μαύρα ρουθούνια. Όχι.  Ητο μόνο λίγο αφελής κ΄ευέσθιτος. Αγύμναστος στα πόδια του και αμπλαούμπλας όταν έτρεχε. Έτρωγε το χορτάρι με βιασύνη και συχνά πνιγόταν με το νερό. Μα, όλα αυτά του τα χαρακτηριστικά δε τα παρατηρούσε. Δεν τον ενοχλούσαν ούτε αυτόν, ούτε τον περίγυρό του.

Μια μέρα ήρθε ο Τάκης ο ταχυδρόμος. Για δές τον, σκέφτηκε ο Σταύρος, με τα ρούχα του καλοσιδερομένα, στα δυο του πόδια και αυτή τη τσάντα του να κουβαλάει γράμματα για όλους. Αλληλογραφίες, λογαριασμούς, κωδικούς κάποιου μυστικού θησαυρού και διαφημιστικά φυλλάδια! Να, αυτός κουβαλάει όλα τα μυστικά του χωριού. Και κάποιος άλλος, ακόμα ποιο αστραφτερός απ αυτόν, σε μια μεγαλύτερη πόλη, κουβαλά τόσα κι άλλα τόσα.

Ο Σταύρος ο Ταύρος αφαιρέθηκε μέσα στο μάσημα του χόρτου. Και όταν άνοιξε τα μάτια του για τα καλά, είδε αφημένο στην πόρτα της περίφραξης κάποιο άσπρο φάκελο. Έτρεξε γρήγορα κοντά, τονε πήρε στο χέρι του και έκατσε στα πισινά του. Ξερίζωσε λίγο ακόμα χόρτο και μπούκωσε το στόμα του.

Βέβαια, κάποιο πουλί πέταξε πάνω απ το κεφάλι του, κάποιο πεύκο κουνήθηκε απ το αεράκι και κάποιες μύγες του τρώγαν τ' αυτιά. Ο Σταύρος άνοιξε το γράμμα όπως του 'χαι πει ο πατέρας του: Με προσοχή μη σκίσει το μήνυμα και μη κάνει παραπανίσια σκουπίδια, σε τι τ' όφελός;

Αρχίνησε να το διαβάζει με το στόμα του γεμάτο χορτάρι που το μασούσε όλο και αργότερα: Και θα πάμε να παίξουμε και να φάμε μακαρόνια με κιμά με τις τίγρης και όταν μεγαλώσω θα κατασκευάζω αεροπλάνα. Θα είναι μαζί και η μαμά και ο μπαμπάς και άμα έρθει η μάγισσα θα της φωνάξει να φύγει! Κλείνω τα τέσσερα, ο μπαμπάς τα πολλά και η μαμά τα πολύτερα. Και μετά τα μαύρα σύννεφα βρέχει.

Ο Σταύρος ο ταύρος είχε απλή ζωή. Άκουγε τα δέντρα και έτρωγε χορτάρι. Έβρεχε η είχε λιακάδα αυτός τη ρουτίνα του. Συχνά έτρεχε και κουτουλιότανε μαζί με τους άλλους ταύρους.

Μια μέρα, την τελευταία μέρα του, μια βόμβα από μη επανδρωμένο αεροσκάφος έπεσε πάνω στο μαντρί που κοιμότανε. Του κομμάτιασε  το πίσω μέρος του κεφαλιού του και ένα από τα θραύσματα του έλιωσε το δεξί μπροστινό του πόδι. Άψυχη κούκλα ο Σταύρος ο Ταύρος. Σε ένα ράντζο πάει για πέταμα. Μαζί με το χαλασμένο τυρί που είν΄ στο ψυγείο και κάτι λαχανικά που δε τα τρώει κανένας.










Σάββατο, 3 Μαΐου 2014

Ο νάνος και τα ξωτικά

 Εδώ παρακάτω έχει ένα σχολείο σπουδαίο, με τραμπάλες ξύλινες και κούνιες. Έχει ένα γήπεδο καταπράσινο και δέντρα πανύψηλα. Ανάμεσά τους κελαηδάνε πουλιά και κρύβονται σκατζοχέρια και λαγοί. Πάω με το παιδί, κάθε φορά, και τους φοράμε καπέλα και παπούτσια.
Γύρο, τη μεγάλη του αυλή τηνε φροντίζει ένας νάνος που είναι ολότελα ξυπόλητος. Με κάτι μαλλιά φουντωτά, που σα μας βλέπει και τους δυό να πειράζουμε τα ζώα, σηκώνει την τσουγκράνα του να μας αποθαρρύνει . Μα μοιάζει αστείος έτσι όπως πέφτουνε απάνω του τα φύλα. Γελούμε και οι δύο φιλικά και τον ρωτούμε τι κάνει και που μένει.
Ύστερα, γονατίζει έτσι αστεία, βγάζει τα σπασμένα του γυαλιά και σκουπίζει το μέτωπο του απ' τον ιδρώτα.
Σωπαίνουμε,  λόγο που όλα τα εμπόδια  περάσαμε από τέσσερις φορές. Μας βαραίνει η κούραση πολύ και κάθε φορά, μα κάθε φορά μικρές κουκκίδες φτερωτές ξεπροβάλλουν μέσα από τα δέντρα. Βαμμένες με χρώματα φανταχτερά, με φλογέρες και με παιχνίδια ζωηρά όλο μας καλοπιάνουν να μπούμε μες τις λίμνες και τις πέτρες.
Ναι, είναι τα ξωτικά αυτές οι κουκκίδες οι μικρές που εμφανίζονται εμπρός μας. Άλλωστε αυτός ο νάνος φροντιστής μας το επιβεβαιώνει. Σπρώχνει με το δάκτυλό του τα γυαλιά να καθίσουν όμορφα στη μύτη, και συζητά μαζί τους τα νέα του δάσους και τις αταξίες που έλαβαν χώρα στο σχολείο.
Ο Χιούγκο και ο Όλιβερ, λέει, έσκασαν πυροτεχνήματα την προηγούμενη Τετάρτη. Αυτό απαγορεύετε ρητά από τους κανονισμούς, και οι κουκκίδες οι μικρές, σαν τοσοδούλες όπως είναι αναφωνούν με το στόμα ένα μα; πυροτεχνίματα σκάει κανείς μόνο στις αργίες.
Ύστερα πιάνει το βράδυ. Ο νάνος θα φορέσει το καπέλο του, δώρο απο ενα φίλο του αξέχαστο, φουντώνει το φανάρι του, μια και το κάπνισμα το έχει σταματήσει, και τριγυρισμένος απ τις κουκκίδες τις τοσοδούλες τις μικρές χάνετε μαζί τους μέσα στις λίμνες και τις πέτρες.


Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

Το Άλφα της Αναδρομής. 2.


                         
                                             ''Θανάση γιατί έκοψες το άλφα από μπροστά;
                                               για ένα γράμμα χάνεις την αθανασία.''
                                                                         
                                                                             
                                                                                                           



                                                                            2.

Κι έτσι, έτσι, κάτω από την έναστρη αγαλλία της νύχτας και την αγία υγρασία, οδεύει εκείνος ο άρρωστος. Λειψός στο μυαλό ο κακόμοιρος και γκαβομάτης εκ γενετής, όπως τον γράφουν τα χαρτιά των αρχείων και μαρτυράει ο κόσμος. Μέσα στη πόλη, πλάι σε κτίρια κτισμένα στο γύρισμα του αιώνα, όπως προκύπτει από τα μεγάλα ανοίγματα στις όψεις, τα κρυφτά πατάργια και την ύπαρξη σχεδόν πάντα ισογείων. Οδεύει αυτός εκεί μέσα, ο "εκείνος" στον ευλογημένο τούτο τόπο, αυτή τη καλλονή εφηβική του ονείρωξη ποτέ δε θα ξεχάσει.

-Τι τα θες; Δε σταματάει ο ρημάδης ο χρόνος, είπε. Κάθισε κάτω, χάμω στο δρόμο και κοιτούσε τα σπίτια. Στην αρχή ονειρευότανε την εσωτερική τους διάταξη, πως είναι μέσα, και έδειχνε με το δάχτυλο του δειλά τα ντουβάρια. Να, εκεί, έκανε, εκεί είναι η κουζίνα. Πιο δίπλα η κρεβατοκάμαρα που κοιμάται η Ελενίτσα με το αγγελάκι της και πιο μέσα είναι ο καμπινές. Βρε τι ωραίος, έλεγε, τι πορσελάνες, τι ασημένια χερούλια, τι υπέροχο μάρμαρο! Μια οπτασία.

Φώναζε στον εαυτό του να συνέλθει και ξανακοίταγε σα ψάρι τους τοίχους. Έπιανε το πρόσωπο του και τραβούσε προς τα κάτω τα μάγουλα! Κοιτούσε τις τοξοστοιχίες και τους λιτούς κίονες που κρατούσαν μαζί όλο το κτίριο. Θαύμαζε ασύστολα τις πέτρες των ντουβαριών.

Μέχρι που μετά από λίγο παρατήρησε με τη θολή όρασή του ένα φως καταγάλανο να στροβιλίζει μέσα από ένα στενό, το στενό του εγκλήματος, σαν άλλος φάρος κάποιου νησιού στην άκρη της θάλασσας  η μιας έρημης βράχου στο πέλαγο. Βρε τι σου είναι αυτά τα πράματα τώρα; έκανε με τα μούτρα του και έτριψε τα μάτια του να δει καθαρά. Τίποτα. Σηκώθηκε και περπάτησε προς τα εκεί. Περίμενε το νερό να του μουσκέψει τα παπούτσια και τα βράχια να του τρυπήσουν τα γόνατα να τον πονέσει τέλος πάντων μια έκπληξη άξαφνα.

Στο δρόμο όλο έλεγε: Ω τι στήθια, έκανε, και μόλις είδε κόσμο μαζεμένο κορδώθηκε και με όλο βροντερότερη φωνή ανακοίνωνε, κόσμε; που είσαι κόσμε κοσμάκη! και σούφρα κ'αιδοίο. Μου-να-κι -και κώλο- κω-λο!  Χαιρετούσε ανύπαρκτα: την καλησπέρα μου μπάρμπα, γεια σας κυρία μου! να ξέρετε, κόσμε κοσμάκη μου! Εσείς κύριέ μου συνουσιάζεστε τίποτα; η πεολειχία αγαπημένο μου χόμπι!

Κάποιος από τους αστυφύλακες που ήταν ακροβολισμένοι στη σκηνή του εγκλήματος, τον άκουσε και θορυβήθηκε από την λαγνεία της γλώσσας του. Τόνε κοίταξε σκληρά, πάνω και κάτω. Χτύπησε το πόδι στην άσφαλτο, όπως κάνουν αυτοί που θεν'να διώξουν τα ζα.
-
Ξξτ! ούστ! Ούρτ! θεόμουρλε ουστ από δω άντε τράβα, του έκανε. Ού να χαθείς να χάνεσαι ζουρλοκομείο.

Τότε, ο αυτός, ο "εκείνος", ο κουρελής κι αόμματος σχεδόν, σταμάτησε και έδειξε να δακρύζει, γιατί; ρώτησε τον εαυτό του με την πίκρα της απόρριψης να του παίρνει τα μυαλά , τράβηξε από τις τσέπες του ένα πάκο χαρτοπετσέτες που τις είχε πάντα μαζί του και σκούπισε τα ζουμιά που τον πήρανε.

 Έκανε μεταβολή και χάθηκε η εικόνα του από το δρομάκι του εγκλήματος και από τα μέσα της  πόλης. Μόνο η φωνή του ακουγότανε να χαιρετά ανύπαρκτα πρόσωπα και νεκρούς από καιρό, και να λέει προστυχιές και χοντροκομμένα αστεία. Μέσα από τα δρομάκια σα κάποια μουσική να έρχεται από κάποιο δωμάτιο κριμένο καλά η φωνή του έσβησε στο σκοτάδια.

Κόσμος από τα γύρω νοικοκυριά και άλλα τύπου μαζώματα ήταν μαζεμένος έξω από την Αναδρομή,
κοιτούσε το άλφα που έλειπε και τα μάτια τους τρόμαζαν στη θέα του κακοποιημένου βίαια  ξύλου.

Κουνούσαν όλοι το κεφάλι και έδειχναν αόριστα την κατεύθυνση που έφυγε ο δράστης. Ο ένας από δω, ο άλλος από κει (και όλοι καπνίζοντας) και ένας "τρίτος" πιο ήρεμος, με το μάτι της σιγουριάς, και το δείκτη του χεριού του να τρέμει, έδειχνε σε μια τρίτη κατεύθυνση.

-Τι μοναδική αλήθεια των ακριβών συντεταγμένων τηνε ξέρω μονάχα εγώ, υποστήριζε χαμηλόφωνα, μόνος του. Γνωρίζω και τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, έλεγε, και για να πείσει τον όποιων τυχών και τον άκουγε επαναλάμβανε και έδειχνε ο βορράς και ο νότος που πέφτουν χωρίς καμία απόκλιση καμίας κατεύθυνσης!
Μπορώ να σας πω τους ανέμους πως φυσούν και να υπολογίσω τα υπόγεια ρεύματα.

-Ζούγκλα καταντήσαμε, εγώ φταίω που ήρθα οικειοθελώς και παρέδωσα το περίστροφο μου. Θα του χα τραβήξει τώρα μια νταν! και δε θα είχε γίνει τίποτα θα ξεβρόμιζε ο τόπος, είπε με πιο έντονη φωνή. Κάποιος άλλος που είχε πλησιάσει κοντά του κουνούσε το κεφάλι και κοιτούσε το δρόμο να βρει το αποδεικτικό που θα ξεκινούσε το λύμα του γρίφου. Και βέβαια μια  κυρία,  η κυρία Σπαθά, κατήγγειλε το γεγονός με το δείκτη της σε όλα τα παρευρισκόμενα πρόσωπα.

-Δε πάει άλλο παιδιά αυτό το πράμα νισάφι! Χορτάσαμε έγκλημα. Της προάλλες ανοίξανε το σπίτι της Σούλας. Μέρα μεσημέρι! Της πήρανε ένα κουτί με χρυσαφικά, το τηλέφωνο της και το φορτιστή και σα να μην έφταναν αυτά πήγανε οι βρωμιαραίοι και της κατουρήσανε και στο καμπινέ τη λεκάνη, τη βρωμίσανε τη γυναίκα. Αυτοί οι βρωμιάριδες που μας μαζευτήκανε και τι να 'κανε κι αυτή έκλαιγε.

Και βέβαια, ο κόσμος που ήταν εκεί συμφώνησε απόλυτα με τα λόγια της κυρίας Σπαθά και σε κάθε ανάσα που έπαιρνε αυτή να πάρει τη δύναμη να συνεχίσει το λόγο της, το πλήθος μ'έναν υπόβουο ήχο επευφημούσε τις παύσης της.

Είχαν και μερικοί από αυτούς σχετικές εμπειρίες που δε θέλησαν να τις αναφέρουν στις αρχές να μη ξεσπάσει κάποιο ενδεχόμενο σκάνδαλο και βρομίσει το καθαρότατο όνομα της αρχοντογένας γενέτειρας, του πονεμένου οικτρα τούτου τόπου . Ήτο μεγάλη η πίεση.

Ο "τρίτος" έδειχνε να τον πνίγει το άδικο. Τόνε καίγανε και σωθικά του και κεφάλι του έβραζε. Δε θα κρατούσε πολύ πριν κάνει το μπαμ. Και έτσι έγινε.

- Αρκετά! Δε μποραεί ο καθένας να κάνει του κεφαλιού του! Αναρχίες. Τι κάνουν οι αρχές; που είναι ο δήμαρχος; Μας έχουνε φτάσει στα όρια μας, φτάνει πια! Θα φοβόμαστε να κυκλοφορήσουμε. Θέλετε δικαιοσύνη; τότε θα την πάρουμε στα χέρια του λόγου μας!

Το πλήθος έμοιαζε προβληματισμένο από το πανάρχαιο νόημα πίσω  από τα λόγια του "τρίτου". Μικροί ψίθυροι έκαναν δειλά δειλά την εμφάνιση τους και φούντωσε σαν ανοιξιάτικος αγρός, σαν νέα ελπίδα η επιθυμία τους να λύσουν επιτέλους το πρόβλημα μόνοι.

Και έτσι, έτσι, κάτω από την έναστρη αγγαλία της νύχτας και την άγια υγρασία φεύγει το τσούρμο των φτωχών το νου, για το κυνήγι του φονιά. Με πυρσούς και ματσούκια στα χέρια. Με τα μανίκια απάνω μέχρι τον αγκώνα και τις φούστες γροθιά στο γόνατο. Με το βήμα ταχύ και τα μάτια όλο μίσος.